
Στο άρθρο του, που δημοσιεύθηκε στις 22 Οκτωβρίου, ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου περιγράφει μια ποινική υπόθεση την οποία χαρακτηρίζει «στην κυριολεξία ανυπόστατη», υποστηρίζοντας ότι η επιμονή στην προώθηση της κατηγορίας, παρά την έλλειψη στοιχείων, του δημιούργησε σοβαρά ερωτήματα για τον ρόλο των δικαστικών λειτουργών που τη χειρίστηκαν.
Έντονη αντιπαράθεση στους κόλπους της Δικαιοσύνης πυροδότησε άρθρο του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Φλωρίδη στην «Καθημερινή», με τίτλο «Φλέβα διαφθοράς στη Δικαιοσύνη», στο οποίο καταγγέλλει την παραπομπή σε δίκη έντεκα προσώπων, παρά την, κατά την κρίση του, παντελή έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων. Η παρέμβασή του σε εν εξελίξει δικαστική υπόθεση προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις.
Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερο βάρος καθώς, σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Βασίλειος Φλωρίδης, μεταξύ των έντεκα κατηγορουμένων βρίσκεται στενός συγγενής εν ενεργεία κυβερνητικού αξιωματούχου.
Μέχρι στιγμής υπάρχουν ανακοινώσεις από τον Άρειο Πάγο και την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, από την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελών και από την Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος.
Παράλληλα, ανοιχτό είναι το ενδεχόμενο να κινηθεί πειθαρχική δίωξη σε βάρος Φλωρίδη από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, όχι όμως τον από τον υπουργό ο οποίος θα δηλώσει αποχη λόγω συγγένειας, αλλά από υφυπουργό Γιάννη Μπούγα.
Η καταγγελία για «κατασκευασμένες δικαστικές κρίσεις» του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Φλωρίδη
Στο άρθρο του, που δημοσιεύθηκε στις 22 Οκτωβρίου, ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου περιγράφει μια ποινική υπόθεση την οποία χαρακτηρίζει «στην κυριολεξία ανυπόστατη», υποστηρίζοντας ότι η επιμονή στην προώθηση της κατηγορίας, παρά την έλλειψη στοιχείων, του δημιούργησε σοβαρά ερωτήματα για τον ρόλο των δικαστικών λειτουργών που τη χειρίστηκαν.
Όπως αναφέρει, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διατυπώθηκαν επανειλημμένα εισαγγελικές κρίσεις υπέρ της απαλλαγής των κατηγορουμένων, οι οποίες δεν επικράτησαν. Αρχικά, εισαγγελέας του πρώτου βαθμού ζήτησε την αρχειοθέτηση της υπόθεσης, αίτημα που δεν εγκρίθηκε από εισαγγελέα του δεύτερου βαθμού. Ακολούθησαν νέες, αντίθετες εισαγγελικές κρίσεις και τελικά η παραπομπή των έντεκα κατηγορουμένων σε δίκη, η οποία επικυρώθηκε και σε δεύτερο βαθμό.
Ο ίδιος χειρίστηκε στη συνέχεια την υπόθεση ενώπιον του Αρείου Πάγου, εισηγούμενος την αναίρεση του παραπεμπτικού βουλεύματος και την απαλλαγή των κατηγορουμένων. Ωστόσο, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο απέρριψε την αναίρεση.
«Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επρόκειτο για έκφραση κρίσης πίσω από την οποία θα μπορούσε να καλυφθεί ο δικαστής. Ηταν κατασκευή κρίσης», υποστηρίζει χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι η υπόθεση τον συγκλόνισε ακόμη και έπειτα από 37 χρόνια υπηρεσίας.
Στο άρθρο του συνδέει τη συγκεκριμένη εμπειρία με το ευρύτερο ζήτημα της εμπιστοσύνης των πολιτών στη Δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας ότι η διαφθορά δεν προϋποθέτει χρηματισμό, αλλά μπορεί να συνίσταται και σε εκτροπή της δικαστικής εξουσίας για την εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων ή την κάλυψη προηγούμενης αυθαιρεσίας.
Κλείνοντας την παρέμβασή του, απευθύνει προς τους συναδέλφους του τη φράση «Η πόρτα της διαφθοράς ανοίγει πάντα από μέσα».
Η σκληρή απάντηση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων
Με ανακοίνωση υπό τον τίτλο «Όσο πιο σκοτεινή είναι η νύχτα, τόσο πιο λαμπερά είναι τα αστέρια», η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων απαντά σε υψηλούς τόνους στον Βασίλειο Φλωρίδη, αμφισβητώντας ευθέως τον τρόπο με τον οποίο τοποθετήθηκε δημόσια για τις δικαστικές κρίσεις.
Η Ένωση ξεκαθαρίζει ότι δεν εξετάζει την ουσία της συγκεκριμένης ποινικής υπόθεσης, καθώς ούτε σχετική αρμοδιότητα έχει ούτε γνωρίζει τη δικογραφία. Θεωρεί, ωστόσο, πρωτοφανές το γεγονός ότι ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός καταφέρεται με τέτοιο τρόπο εναντίον συναδέλφων του που συμμετείχαν στα δικαστικά συμβούλια.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στο γεγονός ότι ο Βασίλειος Φλωρίδης είχε χειριστεί προσωπικά την υπόθεση στο στάδιο της αναίρεσης, με την Ένωση να επισημαίνει ότι η πρότασή του για απαλλαγή των κατηγορουμένων απορρίφθηκε ομόφωνα από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου.
Παράλληλα, υπενθυμίζει παλαιότερο άρθρο του στην εφημερίδα «Το Βήμα», τον Μάιο του 2016, στο οποίο είχε υποστηρίξει ότι «οι δικαστικοί λειτουργοί που έχουν συγγενικά πρόσωπα με ενεργή ενασχόληση στην πολιτική πρέπει να απέχουν από τον χειρισμό υποθέσεων στα οποία εμπλέκονται πολιτικά πρόσωπα –οι τιμιότεροι όλων κι αν είναι».
«Σε ένα Κράτος Δικαίου, που απαιτεί το σεβασμό των δικαστικών αποφάσεων από κάθε πολίτη, κανείς δικαστικός ή εισαγγελικός λειτουργός δεν δικαιούται αυτού του είδους την ασυλία, όσο ισχυρός κι αν νιώθει, όποιο όνομα και αν φέρει», αναφέρει χαρακτηριστικά η ανακοίνωση.
«Για μας είναι η ψυχή του Δικαστικού Σώματος»
Η αντιπαράθεση κορυφώνεται με την Ένωση να υπερασπίζεται απερίφραστα τους δικαστικούς λειτουργούς που αποφάσισαν την παραπομπή των κατηγορουμένων. Όπως σημειώνει, πρόκειται για δικαστές υψηλού επιστημονικού επιπέδου, οι οποίοι απέδειξαν ότι διαθέτουν και «ακλόνητο δικαστικό φρόνημα».
«Και αν για σας κ Εισαγγελέα είναι “οι φλέβες της διαφθοράς”, για μας είναι η ψυχή του Δικαστικού Σώματος και η συλλογική μας περηφάνεια», αναφέρει, στρέφοντας πλέον ευθέως την κριτική της στον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Η Ένωση κάνει ακόμη λόγο για «δηλητήριο ενός “θεσμικού” ολοκληρωτισμού», καταγγέλλοντας την τάση να αποδίδεται η κατηγορία της διαφθοράς σε κάθε διαφορετική δικαστική αντίληψη. Μάλιστα, υποστηρίζει ότι τέτοιου είδους δημόσιες παρεμβάσεις, είτε προέρχονται από δικηγόρους είτε από εισαγγελικούς λειτουργούς, επιχειρούν να απαξιώσουν ηθικά όσους διατυπώνουν διαφορετική κρίση.
«Στους δύσκολους και σκοτεινούς καιρούς που τους σκιάζει ο φόβος και η υποταγή, το σθένος και το ανεπηρέαστο φρόνημα μοιάζουν φωτεινά αστέρια», καταλήγει η ανακοίνωση.
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ – ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Με αφορμή πρόσφατη αρθρογραφία και δημοσιεύματα του ηλεκτρονικού Τύπου, ο Πρόεδρος και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου υπενθυμίζουν ότι οι εισαγγελικές προτάσεις δεν δεσμεύουν τα αρμόδια Δικαστήρια και Δικαστικά Συμβούλια αλλά αποτελούν εφαλτήριο για την αιτιολογημένη κρίση επί των εκάστοτε αναφυομένων νομικών και πραγματικών ζητημάτων, σύμφωνα πάντοτε με τις επιταγές του Κώδικα της Ποινικής Δικονομίας.
Ο εισαγγελικός λειτουργός, του οποίου η πρόταση δεν έγινε δεκτή και διαφωνεί με την κρίση του αρμόδιου δικαστικού οργάνου, δύναται να ασκήσει τα ένδικα μέσα, τα οποία του χορηγεί ο νόμος. Μεταξύ αυτών δεν περιλαμβάνονται δημοσιεύσεις άρθρων στον Τύπο για υποθέσεις, που χειρίστηκε ο ίδιος και στις οποίες δεν έγινε δεκτή η πρότασή του από τον αρμόδιο δικαστικό σχηματισμό.
Τέτοιες δημοσιεύσεις, που αφορούν εκκρεμή υπόθεση ενώπιον του Α΄ βαθμού δικαιοδοσίας και πρόκειται να εκδικασθεί άμεσα, οι οποίες περιέχουν μομφή και καταγγέλλουν αορίστως τους επιληφθέντες δικαστές ως διεφθαρμένους, εκφεύγουν των ορίων της οποιασδήποτε κριτικής των δικαστικών αποφάσεων και βουλευμάτων και πλήττουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στο θεσμό της Δικαιοσύνης.
Φωνές αμφισβήτησης της ορθότητας των δικαστικών κρίσεων θα πρέπει, προτού υψωθούν, να διαθέτουν την περίσκεψη της βαρύτητας των λεγομένων και της τήρησης των θεσμικών διαδικασιών, διαφορετικά συγκαταλέγονται στις θυμικές αντιδράσεις επικοινωνιακού χαρακτήρα.
ΕΝΩΣΗ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ
Με αφορμή πρόσφατη δημόσια παρέμβαση ανώτατου εισαγγελικού λειτουργού περί διαφθοράς στη Δικαιοσύνη, η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της εκκρεμούς υπόθεσης, επισημαίνει:
Η αυστηρή κριτική στις δικαστικές και εισαγγελικές κρίσεις είναι θεμιτή. Η διαφωνία, όμως, ακόμη και η πεποίθηση ότι μια κρίση είναι εσφαλμένη, δεν αρκεί για να θεμελιώσει αιτιάσεις περί διαφθοράς. Αυτές απαιτούν συγκεκριμένα περιστατικά και επαρκή τεκμηρίωση. Η διαφορετική ερμηνεία του νόμου ή αξιολόγηση των αποδείξεων δεν μπορεί, αφ’ εαυτής, να μετατρέπεται σε μομφή κατά της εντιμότητας των δικαστικών λειτουργών.
Όπως έχουμε τονίσει και στο παρελθόν, η ανεξαρτησία της δικαιοδοτικής κρίσης αποτελεί συνταγματική εγγύηση. Οι εισαγγελικοί λειτουργοί εκφράζουν τη γνώμη τους αδέσμευτα, υπακούοντας στον νόμο και στη συνείδησή τους.
Συναφώς, η ΣτΕ 705/2026 αναδεικνύει την ανάγκη επαρκούς πραγματικής βάσης για σοβαρές αιτιάσεις που πλήττουν την εντιμότητα και την ανεξαρτησία δικαστικού λειτουργού. Η ευθύνη τεκμηρίωσης και αυτοσυγκράτησης στον δημόσιο λόγο αποκτά ιδιαίτερη θεσμική βαρύτητα, όταν αυτός προέρχεται από εν ενεργεία ανώτατο εισαγγελικό λειτουργό και αφορά υπόθεση την οποία ο ίδιος χειρίστηκε.
Η διαφάνεια και η λογοδοσία υπηρετούνται με στοιχεία και θεσμικές διαδικασίες, με σεβασμό στην ανεξάρτητη δικαιοδοτική κρίση.
Η προτροπή του Σαίξπηρ στον «Άμλετ», «Άκουγε τους πάντες, αλλά μίλα με φειδώ», υπενθυμίζει την αξία της περίσκεψης στον δημόσιο λόγο. Για τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης, η περίσκεψη αυτή αποτελεί ευθύνη ανάλογη του θεσμικού βάρους των λόγων τους.