ReArm Europe: Η απάντηση της ΕΕ με δαπάνες – ρεκόρ στον νόμο του ισχυρού

Αν υπάρχει κάτι στο οποίο συμφώνησαν απολύτως χθες η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο Εμανουέλ Μακρόν, από το βήμα του 56ου Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ που διεξάγεται στο Νταβός, είναι ότι η «παλιά τάξη» έχει πρακτικά πεθάνει και η Ευρώπη οφείλει να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα όσο πιο καλά και γρήγορα μπορεί. Συμφώνησαν χωρίς να το πουν επισήμως, με άλλα λόγια, ότι ο τίτλος του φετινού Φόρουμ – «Ενα πνεύμα διαλόγου» – είναι ουσιαστικά εκτός τόπου και χρόνου, καθώς ο διάλογος δείχνει να έχει δώσει τη θέση του στη βία και στον «νόμο του ισχυρού». Πρόκειται, όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, για έναν νόμο ο οποίος ορίζει πως σήμερα επικρατεί και επιβάλλει τις θέσεις του αυτός που διαθέτει την περισσότερη ισχύ, τόσο οικονομική όσο και στρατιωτική.
Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι η πρόεδρος της Κομισιόν αφιέρωσε σημαντικό μέρος της παρέμβασής της στην προσπάθεια να πείσει τους παρευρισκόμενους και εκείνους που την άκουγαν εξ αποστάσεως ότι η Ευρώπη έχει αλλάξει ταχύτητα και στα δύο αυτά επίπεδα. Ειδικά δε στο δεύτερο, τα στοιχεία έρχονται να επιβεβαιώσουν τους ισχυρισμούς της Φον ντερ Λάιεν, καθώς τα 27 κράτη – μέλη της ΕΕ διέθεσαν πέρυσι για τις στρατιωτικές – αμυντικές, σύμφωνα με την επίσημη ορολογία – δαπάνες τους (λειτουργικό κόστος, εξοπλισμούς, επενδύσεις σε υποδομές κ.λπ.) το συνολικό ποσό – ρεκόρ των 511 δισ. ευρώ. Ενα ποσό, δηλαδή, αυξημένο κατά 13,5% σε σύγκριση με το 2024 και διπλάσιο έναντι του αντίστοιχου πριν από μία πενταετία (2021).
Οι κινήσεις που έχουν γίνει τους τελευταίους μήνες συνάδουν επίσης με την παραπάνω εικόνα, που οδηγεί – όπως έχουν καθαρά δηλώσει όλοι σχεδόν οι ηγέτες και κορυφαίοι παράγοντες της ΕΕ – στο μοντέλο της «πολιτικής και οικονομίας του πολέμου».
ReArm Europe, SAFE, δημοσιονομική χαλάρωση
Σε αυτό το πλαίσιο υπάρχει το σχέδιο ReArm Europe, με ορίζοντα το 2030, προβλέπει τη δημιουργία μιας «δεξαμενής» 800 δισ. ευρώ από κρατικά και ιδιωτικά κεφάλαια που θα διατεθούν για την ενίσχυση της πολεμικής μηχανής της Ευρώπης. Παράλληλα, τρέχει ήδη το SAFE, που προβλέπει τη διάθεση 150 δισ. ευρώ προς τα κράτη – μέλη για την πολύπλευρη ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεών τους, με τη μορφή δανεισμού υπό ευνοϊκούς όρους – με τα πρώτα 8 εθνικά σχέδια να έχουν λάβει καταρχήν έγκριση για να προχωρήσουν. Τέλος, το σύνολο σχεδόν των κυβερνήσεων έχουν ανακοινώσει ειδικά «πακέτα» για τον ίδιο σκοπό – με τη Γερμανία ειδικά να εντυπωσιάζει, καθώς διακηρύττει ανοιχτά ότι επιδιώκει να μετατραπεί, εκτός από οικονομική, και σε στρατιωτική υπερδύναμη.
Αξίζει να σημειωθεί, μάλιστα, πως σε αυτή τους την προσπάθεια, οι Ευρωπαίοι δείχνουν να αποκαθηλώνουν και ορισμένα από τα τοτέμ τους. Οπως είναι, για παράδειγμα, ο κοινός δανεισμός (ευρωομόλογα), που επελέγη τόσο για το SAFE όσο και για τη διασφάλιση των 90 δισ. ευρώ που απαιτεί η χρηματοδότηση του πολέμου στην Ουκρανία για την επόμενη διετία. Ή ακόμη και η δημοσιονομική πειθαρχία, καθώς είναι γνωστό ότι έχει αποφασιστεί η χαλάρωση των σχετικών κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας για τις πολεμικές δαπάνες.
Ακόμη κι έτσι, βεβαίως, οφείλουμε να παραδεχτούμε αυτό που γνωρίζουν καλά η Φον ντερ Λάιεν, ο Μακρόν και το σύνολο των Ευρωπαίων: η απόσταση που τους χωρίζει από τις Ηνωμένες Πολιτείες σε επίπεδο στρατιωτικών δυνατοτήτων και τεχνογνωσίας όχι απλώς είναι τεράστια, αλλά διευρύνεται διαρκώς.
Μεγάλο προβάδισμα των ΗΠΑ
Για του λόγου το αληθές, ενώ πέρυσι οι Αμερικανοί δαπάνησαν σχεδόν τα διπλάσια για τις ένοπλες δυνάμεις τους σε σύγκριση με τους «27», ο Ντόναλντ Τραμπ έχει προαναγγείλει ότι για το επόμενο έτος θα ζητήσει αύξηση της τάξης του 50%, κάτι που πρακτικά σημαίνει πως οι «αμυντικές» δαπάνες των ΗΠΑ θα εκτιναχθούν στο 1,5 τρισ. δολάρια ετησίως (κάπου 1,25 με 1,3 τρισ. ευρώ)!
Από την πλευρά τους δε, Κίνα και Ρωσία μετέχουν επίσης στην ξέφρενη αυτή κούρσα, η οποία έχει λάβει πλέον παγκόσμιες διαστάσεις. Ετσι, η πρώτη διέθεσε επισήμως πέρυσι για την πολεμική της μηχανή κάπου 215 δισ. ευρώ (ανεπισήμως πιθανώς ακόμη περισσότερα), ενώ η δεύτερη σχεδόν 125 δισ., εξαιτίας και του πολέμου που διεξάγει στην Ουκρανία.
Σε αυτό το φόντο, οι Ευρωπαίοι υποστηρίζουν πως είναι υποχρεωμένοι, ακόμη και αν δεν το θέλουν, να ακολουθήσουν την ίδια πορεία, προκειμένου να μην καταστούν κομπάρσοι ή ουραγοί. Μόνο που σε αυτό υπάρχουν δύο σοβαρά εμπόδια. Το ένα είναι πως εάν θέλουν να ρίξουν σοβαρά κεφάλαια στην «οικονομία του πολέμου», οι Ευρωπαίοι είναι υποχρεωμένοι να τα αφαιρέσουν από το κοινωνικό τους κράτος, που αρκετοί χαρακτηρίζουν υπερβολικά «γενναιόδωρο» για τις εποχές που ζούμε – κι αυτό είναι βέβαιο πως θα προκαλέσει κοινωνικές αναταράξεις. Οσο για το δεύτερο, έχει να κάνει με αυτό που πολλοί αξιωματούχοι περιγράφουν ως «απροθυμία των ευρωπαίων πολιτών να πολεμήσουν» (και να πεθάνουν) για την ισχυρή Ευρώπη – κι αυτό είναι κάτι που αντιμετωπίζεται ακόμη πιο δύσκολα.
Ορατός δόμος για την επιστροφή, ωστόσο, δεν φαίνεται να υπάρχει…
Πολεμικές βιομηχανίες: Ελντοράντο μεν, αλλά…
Η στροφή της Ευρώπης στην «οικονομία του πολέμου», η μεγάλη αύξηση των κοινοτικών και εθνικών κονδυλίων για την άμυνα, οι ανάγκες του πολέμου στην Ουκρανία, η εκτίμηση πως βρίσκεται προ των πυλών μία σύρραξη με τη Ρωσία, καθώς και οι απειλές Τραμπ για κατάληψη της Γροιλανδίας, συνθέτουν αναμφίβολα ένα πεδίο δόξης και κερδών λαμπρό για τις πολεμικές βιομηχανίες της Ευρώπης.
Είναι κάτι, άλλωστε, που αναδεικνύεται και από τις επιδόσεις που κατέγραψαν το τελευταίο 12μηνο οι μετοχές ορισμένων εκ των πιο ισχυρών εξ αυτών στα χρηματιστήρια, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις – όπως της γερμανικής Rheinmetall και της ιταλικής Leonardo – η τιμή τους υπερδιπλασιάστηκε. Παράλληλα, ο δείκτης που αφορά το σύνολο των εισηγμένων επιχειρήσεων του κλάδου της αεροδιαστημικής και των εξοπλισμών ενισχύθηκε στη διάρκεια του προηγούμενου έτους κατά 55%, ενώ άλμα παρουσιάζουν επίσης τόσο οι πωλήσεις τους όσο και ο αριθμός των εργαζομένων σε αυτές.
Τα δύο «βαρίδια»
Υπάρχουν, βεβαίως, και ορισμένα «βαρίδια» που δεν τους επιτρέπουν να… απογειωθούν, παρά την ευνοϊκή περίοδο. Ενα από αυτά είναι η συνεχιζόμενη εξάρτηση των ενόπλων δυνάμεων της Ευρώπης από τις ανταγωνίστριές τους με έδρα την άλλη πλευρά του Ατλαντικού – ενδεικτικά, σύμφωνα με σχετική έρευνα του Politico, την τελευταία πενταετία και ειδικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, οι αμερικανικοί όμιλοι ελέγχουν τα δύο τρίτα των ευρωπαϊκών παραγγελιών.
Ενα δεύτερο, που ασφαλώς έχει άμεση σχέση με το πρώτο, αφορά την αδυναμία των ίδιων των Ευρωπαίων να συγκροτήσουν μια ενιαία πολεμική υποδομή και βιομηχανία που θα την προμηθεύει με οπλικά συστήματα και πυρομαχικά. Εδώ, η διαφωνία ανάμεσα σε Βερολίνο και Παρίσι για τον σχεδιασμό και, κυρίως, την παραγωγή του μαχητικού της επόμενης γενιάς FCAS αναδεικνύει το πρόβλημα σε όλη του την έκταση.
Μάλιστα, οι πιο πρόσφατες πληροφορίες αναφέρουν πως το πρόγραμμα πρέπει να θεωρείται «κλινικά νεκρό», καθώς οι Γερμανοί έχουν αρχίσει ήδη να αναζητούν εναλλακτικούς εταίρους (πιθανώς στους Σουηδούς και τη Saab), ενώ και οι Γάλλοι εμφανίζονται αποφασισμένοι να προχωρήσουν μόνοι τους.



