
Πως η «σιωπηλή παραίτηση» μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου – στρατηγικές επιβίωσης σε τοξικά περιβάλλοντα. Εργαζόμενοι και επιστήμονες εξηγούν πως η δουλειά «τόσο όσο» μπορεί να σώσει ή να καταστρέψει τη συναισθηματική μας ισορροπία.
Τα πάντα είναι θέμα οπτικής γωνίας – κι αυτή η ιστορία ξεκίνησε από την οπτική γωνία του εργοδότη. Κι όχι μονάχα ενός, αλλά περισσότερων που διαμαρτύρονταν καθώς τα πιάτα πηγαινοέρχονταν σε ένα δείπνο πως «οι νέοι δεν έχουν κέφια κι όραμα για δουλειά, δουλεύουν όλοι τόσο όσο». Θα μπορούσε να είναι μια ακόμα μεσήλικη γκρίνια τύπου «στα δικά μας τα χρόνια ήταν αλλιώς», ωστόσο η «ήσυχη παραίτηση» είναι ένα φαινόμενο που καταγράφεται στον δυτικό κόσμο και μελετάται όλο και περισσότερο. Και δεν αφορά μόνο τους νέους.
Ο Γιώργος εργάζεται εδώ και μια 10ετία – τα τελευταία χρόνια ως διαχειριστής συστημάτων σε μια μεγάλη εταιρεία. Κι όπως ο ίδιος λέει, «η σιωπηλή παραίτηση» είναι το «base line του», η σταθερή έκδοση του προσωπικού του επαγγελματικού κώδικα. «Δουλεύω τόσο όσο, δεν επενδύω, δεν συνδέομαι, δεν έχω προσδοκίες ως προς τη δουλειά μου, δεν επιβεβαιώνομαι μέσα από το επάγγελμά μου, δεν νιώθω ότι θα έρθει η αυτοπραγμάτωση μέσα από την εργασία. Οπότε, αν και εργάζομαι αδιάλειπτα, μέσα μου έχω ήδη παραιτηθεί», μας λέει ο Γιώργος.
Αν και η στάση αυτή έμοιαζε να είναι απολύτως προσωπική πριν κάποια χρόνια, σήμερα ο Γιώργος εκτιμά πως όλο και περισσότεροι νέοι άνθρωποι προσχωρούν σε αυτή το σιωπηλό «κίνημα». «Στα 25 μου συνειδητοποίησα ότι δεν πρέπει να περιμένω να νιώσω γεμάτος από κάποια δουλειά και πρέπει να κάνω κάτι για την επιβίωση, αναζητώντας την επιβεβαίωση και την ικανοποίηση από άλλα πράγματα στη ζωή. Και βλέπω όλο και περισσότερο κόσμο να συμμερίζεται αυτή την στάση. Σε ένα τόσο άδικο εργασιακό πλαίσιο, γιατί να κάνουμε το κάτι παραπάνω;
»Ωστόσο, όλο και περισσότερο νιώθω σαν να είμαι ένα κενό σώμα… Νιώθω ότι είμαι σε μια μαύρη φούσκα την οποία κάπως θέλω να σπάσω. Και σκέφτομαι ότι αν ίσως δεν είχα συμβιβαστεί σε αυτό το μοτίβο κι είχα ασχοληθεί επαγγελματικά με άλλα πράγματα για να πάρω χαρά, να είχα ζοριστεί αρχικά και τώρα να είχα βρει κάτι που να με γέμιζε πραγματικά. Τώρα πλέον είμαι ένα γρανάζι της γραμμής παραγωγής κι έχω μπει τόσο βαθιά που μου είναι πολύ δύσκολο να τα παρατήσω».
Η Άννα έχει τον τίτλο της προϊσταμένης ενός τμήματος στο οποίο εργάζεται μονάχα η ίδια, κάνει δηλαδή όλες τις εργασίες που θα έπρεπε να καλύπτουν τουλάχιστον άλλα τρία άτομα. Όλες οι διαδικασίες, οι ευθύνες και οι κρίσεις περνούν αποκλειστικά από χέρια της, γεγονός που σημαίνει ότι ο όγκος δουλειάς είναι εξαντλητικός και η πίεση καθημερινή. Κι όμως, η αμοιβή της παραμένει καθηλωμένη εδώ και μια 5ετία, ενώ η προοπτική εξέλιξης εντός της εταιρείας είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. «Πήρα μια συνειδητή απόφαση: σταμάτησα να κάνω το “κάτι παραπάνω”, σταμάτησα τις απλήρωτες υπερωρίες και την ψυχική επένδυση σε ένα άγονο περιβάλλον. Πλέον προσφέρω αυστηρά όσα προβλέπει η θέση μου, το μίνιμουμ που απαιτείται για να είμαι τυπικά σωστή και να μην απολυθώ», λέει η Άννα. Οι σπουδές της, το βιογραφικό της και η επαγγελματική της πορεία δείχνουν έναν άνθρωπο που δεν ξεκίνησε έτσι τον εργασιακό του βίο. Τι άλλαξε; Τι χάλασε κι η Άννα έχει τόσο χαλαστεί από τη δουλειά της;
«Δεν είμαι τεμπέλα, αλλά εξαντλημένη»
«Πέρα από το οικονομικό και πέρα από την έλλειψη προοπτική που ήταν οι προφανείς λόγοι της δικής μου σιωπηλής παραίτησης, έπρεπε να μιλήσω πολύ με τον εαυτό μου για να συνειδητοποιήσω ότι δεν είμαι τεμπέλα αλλά εξαντλημένη. Ως εργαζόμενη και single μαμά η ανάγκη μου να επιβιώσω σε ένα εργασιακό περιβάλλον που ζητάει τα πάντα και δεν δίνει τίποτα, με έσπρωξε στο να μην ασχολούμαι περισσότερο από όσο πρέπει. Το σημείο καμπής ήταν όταν συνειδητοποίησα την πλήρη έλλειψη ευελιξίας και ενσυναίσθησης. Όταν το παιδί αρρωσταίνει, οι ανάγκες μου ως μονογονέας αντιμετωπίζονται ως πρόβλημα. Στα χαρτιά υπάρχουν δικαιώματα, αλλά στην πράξη η εταιρεία μού ξεκαθαρίζει άτυπα ότι “δεν γίνεται να λείψω” επειδή δεν υπάρχει αντικαταστάτης, ή με σπρώχνει σε άδειες άνευ αποδοχών –κάτι που με την τρέχουσα ακρίβεια ισοδυναμεί με οικονομική ασφυξία. Όταν βλέπεις ότι το κράτος δεν στηρίζει και η εργοδοσία σε αντιμετωπίζει απλώς σαν ένα αναλώσιμο εργαλείο, αναγκάζεσαι να επαναπροσδιορίσεις τη στάση σου. Αυτό το survival mode είναι ο μόνος τρόπος να προστατεύσω την ψυχική μου υγεία και να κρατήσω δυνάμεις. Αν συνέχιζα να δίνω το 100% μου σε μια δουλειά-αδιέξοδο, στο τέλος δεν θα μου έμενε καθόλου ενέργεια για το παιδί μου – κι αυτή η παραίτηση θα είχε πολύ μεγαλύτερο κόστος».
«Η δίκαιη κοινωνία δεν είναι ουτοπία, είναι επιλογή» – υπό αυτόν τον τίτλο την προηγούμενη μόλις εβδομάδα μια ομάδα 26 νέων επιστημόνων παρουσίασε έναν διαθεματικό τόμο με άρθρα παρεμβάσεις για μια σειρά από κοινωνικά ζητήματα που βασανίζουν τη χώρα και τη γενιά τους (εκδ.Παπαζήση). Ανάμεσα στα κρίσιμα που αναλύουν είναι και η ψυχική υγεία, αλλά και η περίφημη «Hustle Culture», ίσως η άλλη όψη ή και η γεννεσιουργός αιτία της σιωπηλής παραίτησης. Αναζητήσαμε λοιπόν απαντήσεις από τις δυο επιστημόνισσες που ερεύνησαν και κατέγραψαν αυτά ακριβώς τα ζητήματα.
Η Εβίτα Παπαστεφανίδη είναι επιχειρηματίας κι έχει σπουδάσει διεθνείς σχέσεις και διεθνή πολιτική στη Μέση Ανατολή. Γράφει για την «Hustle Culture» γιατί «την έχω βιώσει, την έχω μελετήσει και είναι πολύ μεγάλος σκοπός μου να μην βιώνεται από τους ανθρώπους μου. Ο όρος έχει προκύψει τα τελευταία χρόνια και είναι μια τάση μελέτης πολύ καινούργια, αν και η γενιά μας που έχει γαλουχηθεί μέσα στην οικονομική κρίση τον βιώνει εδώ και χρόνια. Αυτή η κουλτούρα περιγράφεται από τα εξαντλητικά ωράρια εργασίας, από την εργασιομανία και από την υπεραπόδοση. Δηλαδή την νοοτροπία του ότι όσο πιο πολύ δουλεύεις, τόσο πιο πολύ αποδίδεις. Και την αντίληψη ότι όσο πιο γρήγορα σπουδάσεις, όσο πιο γρήγορα δουλέψεις, όσο πιο πολύ εξαντληθείς, τόσο πιο γρήγορα θα πετύχεις.

»Οι μεγάλες εταιρείες ή επιχειρήσεις εμπνέουν αυτή την νοοτροπία, η οποία έχει αποδειχθεί μέσα από έρευνες ότι έχει επιπτώσεις στην υγεία των ανθρώπων, αλλά προκαλεί μεγάλη επιβάρυνση στη γονεϊκότητα ή στο δημογραφικό ζήτημα. Όσο περισσότερο ο κόσμος εξαντλείται, τόσο περισσότερο δεν υπάρχει ο χώρος και ο χρόνος για τίποτε άλλο.
»Υπάρχουν πολλοί τρόποι να μεταφράσει κανείς την αγγλική ορολογία, όπως η αέναη εργασία κι η τοξική παραγωγικότητα. Αυτή αντίληψη ξεκινά από τους εργοδότες, που θεωρούν δεδομένο ότι οι εργαζόμενοι θα υπερδουλέψουν και μάλιστα χωρίς αμοιβή. Κι όλα αυτά είναι και πολιτικές επιλογές αφού όχι μονάχα οι εργαζόμενοι δεν προστατεύονται, αλλά ανοίγουν και παράθυρα για 13 ώρες εργασίας. Έτσι, η ήσυχη παραίτηση είναι μια απάντηση σε όλη αυτή την τοξικότητα.
»Διαφωνώ πάρα πολύ με όσους επιχειρηματίες τα βάζουν με την GEN Z. Ξέρω πάρα πολλούς που ενώ ψάχνουν προσωπικό αρνούνται να το ασφαλίσουν ή δίνουν απαίσιες συνθήκες εργασίας. Έχουν το μότο ότι η νέα γενιά αρνείται να δουλέψει και, ταυτόχρονα, δεν της παρέχουν ούτε τα βασικά. Δεν είναι ότι οι νέοι δεν θέλουν να δουλέψουν, απλώς αρνούνται να συμμορφωθούν με κανόνες που δεν τους εκπροσωπούν. Όταν δεν υπάρχει ένα ασφαλές εργασιακό περιβάλλον, όταν δεν υπάρχει καλή επικοινωνία, όταν ο εργοδότης σε βλέπει σαν εργαλείο κι όχι σαν άνθρωπο, είναι υγιές να μην συμμορφώνεσαι».
Η σιωπηλή παραίτηση είναι όρος κοινωνικός και εργασιακός
Η Αννίτα Χατζημιχαηλίδη είναι κοινωνική λειτουργός και ψυχοθεραπεύτρια και μας εξηγεί πως η σιωπηλή παραίτηση λειτουργεί και ως δείκτης ψυχικής ποιότητας ενός εργασιακού περιβάλλοντος. «Η σιωπηλή παραίτηση δεν είναι νόσος, ούτε επίσημος κλινικός όρος, αλλά κοινωνικός κι εργασιακός. Ονοματίζει ένα εξαντλητικό, άδικο, ασαφές, χωρίς όρια εργασιακό περιβάλλον, το οποίο δεν προσφέρει κάποια αναγνώριση ή προοπτική», μας λέει περιγράφοντας η σταδιακή συναισθηματική απόσυρση του εργαζόμενου λειτουργεί ως μηχανισμός αυτοσυντήρησης και προσαρμογής στο περιβάλλον.

«Αυτή η πρακτική έχει ένα θετικό αποτέλεσμα, αλλά έχει και κάποια αρνητικά», προειδοποιεί η Χατζημιχαηλίδη. «Μπορεί προσωρινά να λειτουργήσει προστατευτικά. Είναι μία αμυντική οργάνωση, μία αμυντική στρατηγική απέναντι σε μία αέναη ματαίωση. Ωστόσο, αυτό το πάγωμα ή η αποεπένδυση όταν διαιωνίζεται χωρίς κάποια επί της ουσίας αλλαγή μπορεί να προκαλέσει προβλήματα. Είναι σημαντικό τον θυμό να το βάζω σε λόγια και να διεκδικώ, να ζητάω πιο σαφή όρια, να δω αν τελικά ακούγομαι. Η δουλειά επηρεάζει και το πώς κάποιος άνθρωπος κατανοεί την ταυτότητά του, την αίσθηση του ανήκειν. Όταν ένας άνθρωπος δεν μπορεί να βρει νόημα μέσα από αυτό που κάνει, χρειάζεται μία πολύ πιο δραστική λύση.
»Θα ήταν πολύ μεγάλο λάθος να σκεφτούμε τη σιωπηλή παραίτηση σαν ατομικό σύμπτωμα – εκφράζει κάτι πολύ πιο συλλογικό, πολύ πιο οργανωσιακό, πιο θεσμικό. Το φαινόμενο δεν είναι ατομικό και σε καμία περίπτωση και δεν μπορούμε να ‘’χρεώνουμε’’ σε μια γενιά, όπως η GEN Z. Στα δικά μου μάτια η νέα γενιά φέρνει τη δική της διεκδικητικότητα και μπορεί πιο εύκολα να θέτει τα όριά της σε σχέση με παλαιότερα, έχει απομυθοποιήσει την αντίληψη ότι η προσωπική αξία προκύπτει μέσα από την υπερπροσφορά. Η ματαίωση, η επισφάλεια, η αίσθηση ότι το κράτος δεν θα με προστατέψει, φέρνουν την σιωπηλή παραίτηση.
»Η αντιμετώπιση είναι ατομική, ωστόσο πρέπει να υπάρχουν και μηχανισμοί αξιολόγησης, πρέπει να υπάρχει προστασία από διακρίσεις εντός εργασιακού χώρου, χρειάζεται να υπάρχει υποστήριξη, ειδικά για μικρές επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν οργανωμένα τμήματα ανθρώπινο δυναμικού, χρειάζονται οργανωσιακές αλλαγές».
