1940: Στο «Έπος της Αλβανίας»… Οι Αλβανοί δεν έγιναν εχθροί μας! Γράφει ο Σπύρος Αλεξίου

0e283ca92ec5407262b0592d3ef4056b L
0e283ca92ec5407262b0592d3ef4056b L
1940: Στο «Έπος της Αλβανίας»... Οι Αλβανοί δεν έγιναν εχθροί μας! Γράφει ο Σπύρος Αλεξίου

Το 2016, ο τότε υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς δήλωσε ότι η Ελλάδα θεωρεί πως η απόφαση του 1987 ισχύει και ότι οι δύο χώρες δεν βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση. Η αλβανική πλευρά έχει κατά καιρούς ζητήσει σαφέστερη τυπική διευθέτηση του ζητήματος.

28η Οκτωβρίου και πάλι, «Εθνική γιορτή» με ό,τι καλό και ό,τι κακό σημαίνει αυτό. Οι «επίσημοι» θα επιδοθούν σε διαγωνισμό μεγαλοστομίας και κοινοτοπιών, οι ομοϊδεάτες του Μουσολίνι στην Ελλάδα (και είναι πολλοί, δυστυχώς) θα κάνουν την ανάγκη φιλοτιμία και θα μιλήσουν για «Ιταλούς»… γενικώς, θα ξανατεθεί πάλι το ερώτημα γιατί εορτάζουμε την έναρξη του πολέμου και όχι την απελευθέρωση από τους Ναζί ενώ τα κανάλια θα γεμίσουν το πρόγραμμά τους με «αριστουργήματα», ώστε να μας πείσουν πως αντίσταση έκαναν η Αλίκη Βουγιουκλάκη κι ο Κώστας Πρέκας. Θα υπάρξουν φυσικά και σοβαρά αφιερώματα σε όσα προηγήθηκαν, συνέβησαν και ακολούθησαν την κήρυξη του πολέμου, μακάρι να κυριαρχούσαν.

Σε όλη αυτήν τη διαδικασία υπάρχει και μια «μαύρη τρύπα». Μιλάμε για το «Έπος της Αλβανίας», γράφονται πολλά για την Ελλάδα και την Ιταλία όμως απουσιάζει η Αλβανία, στο έδαφος της οποίας έγιναν οι κυριότερες επιχειρήσεις. Για δεκαετίες η Ελλάδα διατηρούσε την «Εμπόλεμη κατάσταση», στα σχολεία και στα στρατόπεδα μαθαίναν οι νέοι και οι νέες πως «έχουν μια αδερφή» που τη λένε « Βόρειο Ήπειρο και την αγαπούν πολύ» αλλά είναι «σκλαβωμένη»! Αυτό το κλίμα έθαβε κάθε σκέψη για μελέτη της στάσης της αλβανικής κοινωνίας, μια στάση αντιφατική αλλά σίγουρα πολύ μακριά από τα εθνικιστικά στερεότυπα,που εντάθηκαν όταν τη δεκαετία του 1990 είχαμε μαζική εισροή Αλβανών και Ελλήνων της μειονότητας και έκρηξη του ρατσισμού.

Απαραίτητο για να κατανοήσουμε τις αντιφάσεις στη στάση της αλβανικής κοινωνίας είναι να διακρίνουμε τους κατοίκους της Αλβανίας που είχε καταλάβει η Ιταλία, τους Αλβανούς στρατιώτες που εντάχθηκαν στις ιταλικές δυνάμεις και τους Τσάμηδες Αλβανούς της Θεσπρωτίας, οι οποίοι ζούσαν εντός της Ελλάδας.

mousolini2_7226ba86c5cbfb4b.jpg

Η Ιταλία καταλαμβάνει την Αλβανία

Η Ιταλία κατέλαβε την Αλβανία τον Απρίλιο του 1939. Το αλβανικό κράτος τέθηκε υπό ιταλικό έλεγχο, οι ένοπλες δυνάμεις του ενσωματώθηκαν στον ιταλικό στρατιωτικό μηχανισμό. Η ιταλική προπαγάνδα παρουσίαζε τον πόλεμο εναντίον της Ελλάδας ως ευκαιρία για την επέκταση των αλβανικών εδαφών, ιδιαίτερα προς την περιοχή που οι Αλβανοί αποκαλούσαν Τσαμουριά και οι Έλληνες Θεσπρωτία, καθώς και προς άλλες περιοχές με αλβανικό πληθυσμό.

Η Ιταλία επιδίωξε να συγκροτήσει αλβανικές στρατιωτικές μονάδες. Το 1940 υπήρχαν έξι αλβανικά τάγματα με τις ονομασίες Gramozi, Dajti, Tomorri, Taraboshi, Korata και Kaptina, τα τάγματα Dajti και Tomorri συμμετείχαν στην επίθεση κατά της Ελλάδας. Η περίπτωση του τάγματος Tomorri είναι από τις πιο χαρακτηριστικές: από τους 822 άνδρες του τάγματος απέμειναν περίπου 120 ενώ γύρω στους 700 φέρεται να λιποτάκτησαν. Για το τάγμα Dajti αναφέρονται σημαντικές απώλειες κατά τις επιχειρήσεις. Αντίθετα, σε περιοχές της νότιας Αλβανίας, που υπήρχε ισχυρή ελληνική μειονότητα, υποδέχθηκαν θερμά την προέλαση του ελληνικού στρατού.

Οι Τσάμηδες Αλβανοί της Θεσπρωτίας

Οι Τσάμηδες ήταν κυρίως μουσουλμάνοι, αλβανόφωνοι κάτοικοι της Θεσπρωτίας. Μετά την ενσωμάτωση της περιοχής στην Ελλάδα το 1913 και ιδιαίτερα κατά τον Μεσοπόλεμο, προέκυψαν σοβαρές εντάσεις που αφορούσαν τόσο τη γη και τις περιουσίες (απαλλοτριώσεις, ζητήματα ιδιοκτησίας και εγκατάσταση προσφύγων από τη Μικρά Ασία) όσο και τη θρησκευτική και εθνική ταυτότητα, καθώς η ελληνική διοίκηση αντιμετώπιζε τη μειονότητα με εχθρότητα καθώς τμήματά της διατηρούσαν αλβανικούς εθνικούς προσανατολισμούς.

Πριν από την επίθεση, η Ιταλία επιχείρησε να αξιοποιήσει το ζήτημα της Τσαμουριάς υπολογίζοντας σε υποστήριξη της εισβολής, η ανταπόκριση ωστόσο δεν ήταν η αναμενόμενη. Ελάχιστοι Τσάμηδες συμμετείχαν σε ένοπλες ομάδες που συνεργάστηκαν με τους Ιταλούς, τους αποδίδονται λεηλασίες, εμπρησμοί και επιθέσεις στη Θεσπρωτία. Η εισβολή επιδείνωσε προϋπάρχουσες εντάσεις μεταξύ κοινοτήτων.

Στις 10 Νοεμβρίου 1940, μετά την έναρξη της ιταλικής εισβολής από το αλβανικό έδαφος, εκδόθηκε στην Ελλάδα βασιλικό διάταγμα που χαρακτήριζε την Αλβανία εχθρικό κράτος, μαζί με την Ιταλία, ένα διάταγμα που θα σημαδέψει τις ελληνοαλβανικές σχέσεις για τις επόμενες δεκαετίες.

Τα ημερολόγια του Τσιάνο

Τα ημερολόγια του Ιταλού υπουργού Εξωτερικών Γκαλεάτσο Τσιάνο είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικά. Το σημαντικότερο εύρημα είναι ότι η ιταλική ηγεσία είχε καλλιεργήσει υπερβολικές προσδοκίες για την υποστήριξη που θα παρείχαν οι Αλβανοί, ενώ η συμπεριφορά ορισμένων αλβανικών μονάδων συνέβαλε στις πρώτες αποτυχίες της εκστρατείας.

Στις 15 Οκτωβρίου 1940, λίγες ημέρες πριν από την εισβολή, ο Τσιάνο κατέγραψε ότι ο Φραντσέσκο Τζακομόνι, ο Ιταλός αντιβασιλέας στην Αλβανία, παρουσίαζε ως πολύ ευνοϊκή για την Ιταλία τη διάθεση του πληθυσμού της Τσαμουριάς. Στις 31 Οκτωβρίου σημείωσε πως το Γενικό Επιτελείο δεν είχε κάνει όσα έπρεπε για την προετοιμασία της εκστρατείας ενώ ο στρατηγός Πιέτρο Μπαντόλιο θεωρούσε πως το ελληνικό ζήτημα μπορούσε να διευθετηθεί διπλωματικά και αυτό οδήγησε σε ανεπαρκέστερη προετοιμασία.

tsiano2_25329b3672f91367.jpg

Η πιο χαρακτηριστική καταχώριση είναι αυτή της 7ης Νοέμβρη 1940, όταν η ελληνική αντεπίθεση είχε ήδη αρχίσει να αλλάζει την πορεία των επιχειρήσεων. Ο Τσιάνο κατέγραψε ότι, στον τομέα της Κορυτσάς, η κατάρρευση είχε αρχίσει όταν ένα αλβανικό τάγμα, τρομοκρατημένο, τράπηκε σε φυγή. Στην ίδια καταχώριση, ο Τσιάνο μετέφερε την άποψη του Ιταλού στρατηγού Ούγκο Καβαλέρο ότι η άφιξη συνταγμάτων αλπινιστών θα μπορούσε να εξαλείψει τον κίνδυνο.

Για τον Μουσολίνι, η αποτυχία της εισβολής ήταν ταπεινωτική, είχε υπολογίσει σε νίκη που θα ενίσχυε το κύρος της Ιταλίας. Τα ημερολόγια καταγράφουν ότι, καθώς η κατάσταση χειροτέρευε, ο Μουσολίνι εξοργιζόταν και επέκρινε τους ανώτατους διοικητές ενώ δεν πειθόταν πως η ήττα οφειλόταν στην απροθυμία ή την προδοσία των Αλβανών.

Η στάση των Αλβανών μετά τη γερμανική επίθεση στην Ελλάδα

Σημαντική παράμετρος για την στάση των Αλβανών ήταν το γεγονός πως η κατάληψη της Ελλάδας από τους Ναζί επέτρεψε στην Ιταλία να επεκτείνει την αλβανική επικράτεια με εδάφη της Γιουγκοσλαβίας και περιοχές που κατοικούνταν από Αλβανούς. Αυτό δίχασε τον πληθυσμό: ενώ πολλοί Αλβανοί εξακολουθούσαν να δυσανασχετούν με την ιταλική κατοχή, άλλοι υποστήριξαν τον Άξονα για να εξασφαλίσει την ένωση περιοχών με αλβανικό πληθυσμό με την Αλβανία.

Οι δυνάμεις του Άξονα όντως αναδιαμόρφωσαν τα σύνορα: Η υπό ιταλικό έλεγχο Αλβανία επεκτάθηκε προς το Κόσοβο και τμήματα της δυτικής Μακεδονίας, δημιουργώντας τη «Μεγάλη Αλβανία». Η επέκταση της Αλβανίας το 1941 είχε απήχηση μεταξύ των Αλβανών του Κοσόβου και των γειτονικών περιοχών. Για πρώτη φορά μεγάλο μέρος του αλβανικού πληθυσμού του Κοσόβου βρέθηκε υπό την ίδια διοικητική ομπρέλα με την Αλβανία, έστω και υπό ιταλική κυριαρχία ενώ επανήλθαν η αλβανική γλώσσα στην εκπαίδευση, τα αλβανικά σχολεία και η παρουσία Αλβανών υπαλλήλων στη δημόσια διοίκηση.

Υπήρχε, όμως, και η άλλη πλευρά: η νέα διοικητική τάξη πραγμάτων επιβλήθηκε από τις δυνάμεις του Άξονα, συνοδεύτηκε από εκτοπισμούς και διώξεις και δημιούργησε νέες εθνοτικές αντιπαραθέσεις. Η υποστήριξη της εδαφικής ένωσης δεν ισοδυναμούσε με καθολική αποδοχή της ιταλικής κατοχής ή όλων των ενεργειών των αρχών της.

tsamides2a_98f13fa3a1135a21.jpg

Οι Τσάμηδες μετά το 1941

Μετά την κατάληψη της Ελλάδας, η Ιταλία ενθάρρυνε αλβανικές εθνικιστικές διεκδικήσεις στη Θεσπρωτία και μέρος των μουσουλμάνων Τσάμηδων συνεργάστηκε με τις ιταλικές αρχές. Η σύγκρουση, όπως προαναφέραμε, είχε τοπικές, περιουσιακές και πολιτικές διαστάσεις. Το 1942 ενισχύθηκαν οι οργανωμένες πολιτικές και ένοπλες δομές των Αλβανών εθνικιστών στην περιοχή. Παράλληλα το ΕΑΜ – ΕΛΑΣ αλλά και ο ΕΔΕΣ άρχισαν να αποκτούν μεγαλύτερη παρουσία. Οι τοπικές συγκρούσεις συνδέονταν πλέον όλο και περισσότερο με τις ευρύτερες εξελίξεις του πολέμου.

Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο σύνθετη μετά την ιταλική συνθηκολόγηση τον Σεπτέμβριο του 1943, όταν η Γερμανία ανέλαβε τον έλεγχο της περιοχής και οι σχέσεις ανάμεσα στις κατοχικές αρχές, τις αλβανικές ένοπλες ομάδες και τις ελληνικές αντιστασιακές οργανώσεις μεταβλήθηκαν ξανά. Τον Ιούνιο του 1944 η εκτέλεση 49 προκρίτων της Παραμυθιάς από τις κατοχικές αρχές και συνεργαζόμενους Αλβανούς Τσάμηδες κορύφωσε την αντιπαράθεση. Τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο, οι δυνάμεις του ΕΔΕΣ επιτέθηκαν σε κοινότητες Τσάμηδων. Ακολούθησαν φόνοι, λεηλασίες, εκτοπισμοί και η μαζική φυγή των περισσότερων μουσουλμάνων Τσάμηδων προς την Αλβανία.

Ο αριθμός των εκτοπισμένων Αλβανών διαφέρει ανάλογα με την πηγή, οι κρατικές σκοπιμότητες είναι έντονες. Το πιο πιθανό είναι ότι περίπου 18.000–20.000 άτομα κατέφυγαν στην Αλβανία. Η φυγή αυτή είχε μακροχρόνιες συνέπειες: οι περιουσίες που εγκαταλείφθηκαν αποτέλεσαν αντικείμενο μεταπολεμικών δικαστικών και διοικητικών διαδικασιών, ενώ το ζήτημα των περιουσιακών δικαιωμάτων και της ιστορικής μνήμης εξακολουθεί να επηρεάζει τις ελληνοαλβανικές σχέσεις.

Οι πολιτικές δυνάμεις στην Αλβανία στην περίοδο της κατοχής

Μετά το 1941 στην Αλβανία διαορφώθηκαν τρεις βασικοί πολιτικοί σχηματισμοί: οι κομμουνιστές του Εθνικοαπελευθερωτικού Κινήματος, οι εθνικιστές του Balli Kombëtar (Εθνικό Μέτωπο) και οι μοναρχικοί του Legaliteti (Νομιμότητα). Οι διαφορές τους αφορούσαν την αντίσταση στις δυνάμεις κατοχής, τα σύνορα της μελλοντικής Αλβανίας και, κυρίως, το ποιος θα κυβερνούσε τη χώρα μετά τον πόλεμο.

Οι Αλβανοί κομμουνιστές οργανώθηκαν υπό την ηγεσία του Ενβέρ Χότζα, με σημαντική βοήθεια από Γιουγκοσλάβους συντρόφους τους. Δημιούργησαν το Εθνικοαπελευθερωτικό Κίνημα, βασικοί στόχοι του οποίου ήταν η απελευθέρωση από τη φασιστική κατοχή και η συγκρότηση νέου πολιτικού καθεστώτος, χωρίς επιστροφή στη μοναρχία του βασιλιά Ζογ ενώ συνέδεσαν τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα με κοινωνικές αλλαγές και αγροτικά αιτήματα. Το κοινωνικό τους πρόγραμμα, η οργανωτική τους συνοχή και η ανάπτυξη αντάρτικων δυνάμεων τους έδωσαν σταδιακά πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών τους.

hotza2_00a564a87318d209.jpg

Το Balli Kombëtar ήταν εθνικιστικό και αντικομμουνιστικό κίνημα που εμφανίστηκε το 1942. Στόχοι ήταν η ένωση των αλβανόφωνων περιοχών, η αποτροπή της μεταπολεμικής επικράτησης των κομμουνιστών, η δημιουργία κράτους χωρίς αποκατάσταση του βασιλιά Ζογ. Σημαντικά τμήματα του Balli Kombëtar συνεργάστηκαν με τις γερμανικές αρχές και πολέμησαν τους κομμουνιστές.

Το Legaliteti (Κίνημα της Νομιμότητας), με ηγέτη τον Abaz Kupi, ήταν υπέρ του βασιλιά Ζογ. Βασικές επιδιώξεις ήταν η αποκατάσταση της μοναρχίας, η ανεξαρτησία της Αλβανίας και η αντίσταση στην κομμουνιστική κυριαρχία. Το Legaliteti διατήρησε ένοπλες δυνάμεις, στην κεντρική και βόρεια Αλβανία, αλλά δεν κατάφερε να αποκτήσει την επιρροή των κομμουνιστών.

Πολιτικές διεργασίες κι η επικράτηση του Εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος

Η συνάντηση στη Μούκα, την 1η Αυγούστου 1943, αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες στιγμές του πολέμου. Εκπρόσωποι του Εθνικοαπελευθερωτικού Κινήματος και του Balli Kombëtar επιχείρησαν να συμφωνήσουν σε κοινό αγώνα κατά των δυνάμεων κατοχής, ωστόσο οι διαφωνίες για το Κόσοβο και, κυρίως, για την κατανομή της μελλοντικής εξουσίας οδήγησαν στην αποτυχία.

Οι Γερμανοί επιδίωξαν να κυβερνήσουν μέσω αλβανικών πολιτικών και διοικητικών μηχανισμών, αποφεύγοντας να διαθέσουν περισσότερα στρατεύματα από όσα θεωρούσαν αναγκαία. Τα περισσότερα μέλη του Balli Kombëtar επέλεξαν συνεργασία με τις γερμανικές αρχές ενώ οι κομμουνιστές ενέτειναν τον ένοπλο αγώνα εναντίον των Γερμανών και των αλβανικών ομάδων που συνεργάζονταν μαζί τους

Η βρετανική πλευρά επιδίωξε αρχικά να συντονίσει τις διαφορετικές αντιστασιακές οργανώσεις. Στη Βουλή των Κοινοτήτων, στις 23 Μαΐου 1944, ο Κλέμεντ Άτλι ανέφερε ότι οι πολιτικές διαφορές τους προκαλούσαν συγκρούσεις, ενώ οι Βρετανοί προσπαθούσαν να τις φέρουν σε κοινό μέτωπο, χωρίς όμως επιτυχία.

Καθώς οι γερμανικές δυνάμεις υποχωρούσαν από τα Βαλκάνια, το Εθνικοαπελευθερωτικό Κίνημα κατέλαβε σταδιακά όλο και περισσότερες περιοχές της Αλβανίας. Ταυτόχρονα, οι συγκρούσεις με τις εθνικιστικές και μοναρχικές οργανώσεις εντάθηκαν. Τον Νοέμβριο του 1944, οι κομμουνιστές εισήλθαν στα Τίρανα και επικράτησαν στρατιωτικά. Η νίκη τους δεν ήταν απλώς η ήττα των Γερμανών: σήμαινε επίσης ότι οι πολιτικοί τους αντίπαλοι δεν διέθεταν πλέον τη δύναμη να επιβάλουν διαφορετικό μεταπολεμικό καθεστώς.

Ένας «πόλεμος» που κράτησε 47 χρόνια

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξαν σοβαρές πολιτικές και διπλωματικές εντάσεις μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας, αλλά δεν εξελίχθηκαν σε νέο πόλεμο. Την περίοδο 1945–1949 οι σχέσεις ήταν εχθρικές. Η Ελλάδα κατηγορούσε την Αλβανία για υποστήριξη του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας καθώς η αλβανική κυβέρνηση υποστήριξε τον ΔΣΕ με διάφορους τρόπους και δέχθηκε τους μαχητές και τις μαχήτριες όταν υποχώρησαν το 1949.

Την περίδο 1950 – 1970 κυριάρχησε η ψυχροπολεμική αντιπαράθεση καθώς το ζήτημα της Βόρειας Ηπείρου και η εμπόλεμη κατάσταση επιβάρυναν τις σχέσεις. Στις 6 Μαΐου 1971 οι δύο χώρες αποκατέστησαν τις διπλωματικές τους σχέσεις σε επίπεδο πρεσβευτών, χωρίς όμως να λυθεί οριστικά το νομικό ζήτημα του εμπολέμου. Στις 28 Αυγούστου 1987 η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου προχώρησε στην άρση της εμπόλεμης κατάστασης με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, έπειτα από πρωτοβουλίες του υπουργού Εξωτερικών Κάρολου Παπούλια. Το 2016, ο τότε υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς δήλωσε ότι η Ελλάδα θεωρεί πως η απόφαση του 1987 ισχύει και ότι οι δύο χώρες δεν βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση. Η αλβανική πλευρά έχει κατά καιρούς ζητήσει σαφέστερη τυπική διευθέτηση του ζητήματος.

Στην πραγματικότητα μιλάμε για δύο λαούς που για αιώνες έζησαν μαζί, τα σύνορα ήταν πάντα ένας τεχνητός διαχωρισμός. Υπήρξαν περίοδοι δε που ολόκληρες περιοχές θα δυσκολευόμασταν να τις χαρακτηρίσουμε με απολυτότητα. Έχει πολύ μεγάλη σημασία πως στην περίοδο του Β΄Παγκόσμιου πολέμου δεν υπήρξε γενικευμένη σύγκρουση αν και ο Άξονας έκανε κάθε προσπάθεια να οδηγήσει σε αυτό το σημείο τις σχέσεις.

Αυτό καλό είναι να μην το ξεχνάμε, ειδικά στους πονηρούς και πολύ επικίνδυνους καιρούς που ζούμε και μάλιστα στα τόσο «εύφλεκτα» Βαλκάνια. Άλλωστε, η φουστανέλα είναι το κοινό «εθνικό ένδυμα»…

(Ο Σπύρος Αλεξίου είναι ιστορικός και συγγραφέας)

#28Η_ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ #ΑΛΒΑΝΙΑ #1940

Μετάβαση στην Πηγή

Don't Miss

52771e54c497e1d37ee2f60076b9115c L

Πνευμονική πανώλη: Η ΕΕ ζητά ταχεία και διαφανή πληροφόρηση από τη Ρωσία

Στα αιτήματα του ΠΟΥ, των ΗΠΑ και της ΕΕ για

Κινητοποίηση από τους αλιείς του Αμβρακικού Κόλπου την Τετάρτη στο κτίριο της Περιφέρειας στην Πρέβεζα

Συγκέντρωση διαμαρτυρίας των ψαράδων του Αμβρακικού Κόλπου διοργανώνουν οι αλιευτικοί