ihm26 poster 300x250

90 χρόνια από τον ηρωικό Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη

bdc7736f35a613e4d5ef5df175b8af85 L
bdc7736f35a613e4d5ef5df175b8af85 L
90 χρόνια από τον ηρωικό Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη

Μια κοινωνία σε αναβρασμό – Η Χωροφυλακή, αδυνατώντας να ελέγξει την κατάσταση, άρχισε να πυροβολεί αδιακρίτως το πλήθος με τραγικό αποτέλεσμα: 12 νεκροί διαδηλωτές και περισσότεροι από 280 τραυματίες – Πώς γράφτηκε ο «Επιτάφιος» του Γιάννη Ρίτσου – Γράφει ο Σπύρος Αλεξίου.

Τα γεγονότα του Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη δεν αποτέλεσαν ένα μεμονωμένο ξέσπασμα εργατικής δυσαρέσκειας, αλλά την κορύφωση μιας γενικευμένης κοινωνικής και πολιτικής κρίσης που συγκλόνιζε την Ελλάδα ολόκληρη την περίοδο 1931-1936. Η διεθνής οικονομική κρίση που ακολούθησε το παγκόσμιο «Κραχ» του 1929 επηρέασε βαθιά και την ελληνική οικονομία. Η κυβέρνηση Βενιζέλου οδηγήθηκε το 1932 σε στάση πληρωμών, γεγονός που επιδείνωσε τη φτώχεια, την ανεργία και την κοινωνική ανασφάλεια. Οι εργαζόμενοι, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα, βρέθηκαν αντιμέτωποι με εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες ζωής. Οι μισθοί μειώνονταν συνεχώς, ενώ η ανεργία λάμβανε τεράστιες διαστάσεις.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το εργατικό και αγροτικό κίνημα άρχισε να αποκτά ιδιαίτερη δυναμική. Από το 1934 και κυρίως το 1935, οι απεργίες και οι κινητοποιήσεις πολλαπλασιάστηκαν σε ολόκληρη τη χώρα. Εργάτες, καπνεργάτες, αρτεργάτες, χαρτεργάτες, αγρότες και άλλες κοινωνικές ομάδες διεκδικούσαν καλύτερους μισθούς, κοινωνική ασφάλιση και αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας. Συχνά οι κινητοποιήσεις αυτές κατέληγαν σε βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία και τη χωροφυλακή, με νεκρούς και τραυματίες.

Το 1935 καταγράφεται σοβαρή ανάπτυξη του απεργιακού κινήματος που συνοδεύεται από παλλαϊκά συλλαλητήρια. Σύμφωνα με με τις εκτιμήσεις συνδικαλιστικών οργανώσεων σε 200.000 φτάνουν οι απεργοί εργάτες μέχρι τον Οκτώβρη του χρόνου εκείνου. Γνώρισμα αυτών των αγώνων είναι η αποφασιστικότητα των εργαζομένων, που φτάνουν ακόμη και σε ανοιχτή σύγκρουση με τους εργοδότες και την αστυνομία.

Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα του Ηράκλειου της Κρήτης: τις πρώτες μέρες του Αυγούστου έχουμε σοβαρές απεργιακές εκδηλώσεις που φτάνουν μέχρι την κήρυξη απεργίας διαρκείας με αίτημα την αύξηση αποδοχών κ.α. Οι απεργοί πραγματοποιούν πορεία προς την Νομαρχία για να επιδώσουν τα αιτήματά τους και ο νομάρχης Σπ. Θεοτόκης διατάζει την αστυνομία να πυροβολήσει με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 7 απεργοί και να τραυματιστούν πολλοί άλλοι.

Ακολουθούν συλλαλητήρια, η Ενωτική (Εκτός της επίσημης ΓΣΕΕ υπήρχε και η Ενωτική ΓΣΕΕ στην οποία κυριαρχούσαν τα στελέχη και οι συμπαθούντες του Κ.Κ.Ε.) και η Γενική Συνομοσπονδία (η επίσημη ΓΣΕΕ) κηρύσσουν 24ωρη απεργία σ’ ολόκληρη τη χώρα, ενώ πολλοί απεργοί του Ηρακλείου οπλίζονται με τουφέκια, μαχαίρια, ξύλα κ.ά. Η κυβέρνηση στέλνει στην πόλη μια μεραρχία στρατού, 3 πολεμικά πλοία κι ένα σμήνος βομβαρδιστικών! Εκστρατεία κανονική και ακολούθησε αιματοκύλισμα.

Στην Πελοπόννησο, επίσης στα τέλη Αυγούστου, ξεσπούν αγώνες ενάντια στην καταλήστευση τους από τον ΑΣΟ (κρατικός οργανισμός που συγκέντρωνε την σταφίδα). Γίνονται συλλαλητήρια και οι αγρότες καταλαμβάνουν τα τηλεγραφεία για να στείλουν τηλεγραφήματα διαμαρτυρίας στην κυβέρνηση και καίνε τα γραφεία του ΑΣΟ. Η κυβέρνηση στέλνει δύο μεραρχίες στρατού κι ένα αντιτορπιλικό στην περιοχή, κι εδώ χύθηκε αίμα.

Ιδιαίτερα έντονοι ήταν οι αγώνες των καπνεργατών, κυρίως στη Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη. Ο κλάδος είχε πληγεί σοβαρά από την κρίση και τη μεγάλη ανεργία. Οι καπνέμποροι εκμεταλλεύονταν την κατάσταση, αθετώντας ακόμη και προηγούμενες συμφωνίες με τους εργάτες, όπως η λεγόμενη «σύμβαση Παπαναστασίου» του 1924, που προέβλεπε συγκεκριμένα ημερομίσθια και εργασιακά δικαιώματα. Πολλοί καπνεργάτες εργάζονταν ουσιαστικά χωρίς αμοιβή, μόνο για να διατηρούν τα ένσημά τους και να μην χάσουν το δικαίωμα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.

Πολιτική κρίση: Όταν «οι από πάνω» δεν μπορούν να κυβερνήσουν

Η κοινωνική αναταραχή αντανακλούσε φυσικά και στο πολιτικό σύστημα της χώρας που βρισκόταν σε κρίση καθώς δεν μπορούσε να την αντιμετωπίσει. Η μόνη λύση, η λήψη φιλολαϊκών μέτρων, απορριπτόταν μετά βδελυγμίας από τους δύο πυλώνες του συστήματος. Παρά τη συμφωνία τους σε αυτήν την τακτική, υπήρχε έντονη αντιπαράθεση ανάμεσα στους Βενιζελικούς (Φιλελεύθερο Κόμμα) και τη δεξιά παράταξη του Λαϊκού Κόμματος.
Η αντιπαράθεση αυτή είχε οδηγήσει σε συνεχή κυβερνητική αστάθεια, πραξικοπηματικές κινήσεις και στρατιωτικές παρεμβάσεις. Το αποτυχημένο κίνημα του Πλαστήρα, η επάνοδος της μοναρχίας το 1935 και η αυξανόμενη επιρροή φιλοδικτατορικών κύκλων έδειχναν ότι μεγάλα τμήματα των κυρίαρχων κύκλων φλέρταραν με αντιδημοκρατικές λύσεις, γοητευμένα και από την άνοδο των φασιστικών καθεστώτων στην Ευρώπη.

Ο Ιωάννης Μεταξάς, που αρχικά αποτελούσε πολιτικά περιθωριακή μορφή, άρχισε σταδιακά να ενισχύεται ακριβώς επειδή παρουσιαζόταν ως εγγυητής της «τάξης». Ιδρυτικό μέλος της «Εθνικής Εταιρείας» στα τέλη του 19ου αιώνα, ανώτατος επιτελικός αξιωματικός στην ταραγμένη δεκαετία 1910 – 1920, αρνήθηκε να συμμετάσχει στην εκστρατεία της Μικράς Ασίας προβλέποντας την ήττα. Βασιλικός, γερμανόφιλος (σε βαθμό παρεξηγήσεως) και φανατικός αντικομμουνιστής συγκέντρωνε όλα τα «χαρίσματα» για να αποτελέσει τον κατάλληλο άνθρωπο για αυτά τα σχέδια.

Αν και η πολιτική επιρροή του κόμματός του, των «Ελευθεροφρόνων», ήταν μικρή διορίστηκε το Μάρτη του 1936 από τον Βασιλιά Γεώργιο Β΄ αντιπρόεδρος και υπουργός Στρατιωτικών της κυβέρνησης Δεμερτζή και στις 13 Απριλίου Πρωθυπουργός της Ελλάδας!

Τα δύο μεγάλα αστικά κόμματα, οι Φιλελεύθεροι και το Λαϊκό Κόμμα στήριξαν την κυβέρνηση Μεταξά! Έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης και στις 30 Απριλίου 1936 η Βουλή διέκοψε τις εργασίες της έως τον Σεπτέμβριο. Μόνο ο Γεώργιος Παπανδρέου και οι βουλευτές του Παλλαϊκού Μετώπου, δηλαδή του εκλογικού σχηματισμού που στήριζε το ΚΚΕ, αρνήθηκαν να τον στηρίξουν. Ο Μεταξάς ουσιαστικά, με ευθύνη του κόμματος των Φιλελευθέρων και του Λαϊκού κόμματος κυβερνούσε δικτατορικά από τη μέρα εκείνη.

Η στάση του Κ.Κ.Ε.

Το Κ.Κ.Ε. εκείνη την περίοδο είχε αυξήσει την επιρροή του. Είχε ισχυρή παρουσία στα συνδικάτα και στην Ενωτική ΓΣΕΕ, ενώ πρωτοστατούσε στις εργατικές κινητοποιήσεις. Εκλογικά συμμετείχε στο Παλλαϊκό Μέτωπο, στις εκλογές του Γενάρη του 1936 συγκέντρωσε 73.441 ψήφους και εξέλεξε 15 βουλευτές. Επιδίωκε συνεργασίες με «δημοκρατικές» αστικές δυνάμεις, κυρίως με τους Φιλελεύθερους, θεωρώντας ότι προτεραιότητα ήταν η υπεράσπιση της δημοκρατίας απέναντι στον φασισμό.

Η πολιτική αυτή εκφράστηκε με την πρόταση που έμεινε στην ιστορία ως «Σύμφωνο Σκλάβαινα-Σοφούλη». Ουσιαστικά ήταν η πρόταση του Παλλαϊκού Μετώπου να δώσει ψήφο ανοχής σε κυβέρνηση Φιλελευθέρων μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου του 1936. Στόχος ήταν να αποτραπεί η πρόθεση ακραίων κύκλων για κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος και να θεσπιστούν μέτρα για την οικονομική ανακούφιση των λαϊκών στρωμάτων. Οι Φιλελεύθεροι αρχικά συμφώνησαν, κάτω όμως από την πίεση του Παλατιού, ισχυρών οικονομικών κύκλων και του Αγγλικού παράγοντα τελικά προτίμησαν να συνεργαστούν με τις δυνάμεις που οδήγησαν στην άνοδο του Μεταξά.

Τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες η Θεσσαλονίκη του Μάη του 1936 αποτέλεσε το σημείο όπου όλες αυτές οι αντιθέσεις –κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές– εκφράστηκαν ανοιχτά.

Στις 29 Απριλίου του 1936, οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης, με την κάλυψη της «Πανελληνίου Καπνεργατικής Ομοσπονδίας» και την υποστήριξη της «Ενωτικής Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος» (ΕΓΣΕΕ), κατέβηκαν σε απεργία διαρκείας, με κύριο αίτημα την αύξηση του ημερομισθίου από τις 75 στις 135 δραχμές, σε εφαρμογή της συμφωνίας του 1924 (γνωστής ως «σύμβασης Παπαναστασίου»), που όμως αθετούσαν οι καπνέμποροι, επωφελούμενοι της μεγάλης ανεργίας που μάστιζε τον κλάδο. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί καπνεργάτες δούλευαν χωρίς να αμείβονται, μόνο και μόνο για να τους επικολλούνται ένσημα και να μην χάνουν το δικαίωμα της περίθαλψης.

Η κυβέρνηση Μεταξά προσπάθησε αρχικά να καθυστερήσει τις εξελίξεις, δίνοντας υποσχέσεις στους εργάτες χωρίς να πιέζει ουσιαστικά τους εργοδότες. Στην πραγματικότητα επιδίωκε να κερδίσει χρόνο και να διασπάσει το κίνημα. Αντίθετα, η στάση των καπνεμπόρων γινόταν ολοένα και πιο αδιάλλακτη. Η κρίσιμη καμπή ήρθε στις 8 Μαΐου. Χιλιάδες απεργοί και διαδηλωτές επιχείρησαν να κατευθυνθούν προς το Διοικητήριο της Θεσσαλονίκης, όπου στεγαζόταν η Γενική Διοίκηση Βορείου Ελλάδος. Η Χωροφυλακή εμπόδισε τη διαδήλωση και ακολούθησαν βίαιες συγκρούσεις.

Οι αστυνομικές δυνάμεις χρησιμοποίησαν πρωτοφανή βία, χτυπώντας και τραυματίζοντας δεκάδες διαδηλωτές. Από το ίδιο βράδυ σιδηροδρομικοί, τροχιοδρομικοί, εργαζόμενοι στον ηλεκτρισμό και αυτοκινητιστές κήρυξαν απεργίες συμπαράστασης. Η κυβέρνηση ανησύχησε έντονα και προχώρησε στην επιστράτευση ορισμένων εργαζομένων, ενώ το Γ’ Σώμα Στρατού τέθηκε σε επιφυλακή.

Στις 9 Μαΐου στους δρόμους βγήκαν όχι μόνο εργάτες αλλά και πλήθος πολιτών. Τα περισσότερα καταστήματα παρέμειναν κλειστά. Χιλιάδες επιχείρησαν ξανά να φτάσουν στο Διοικητήριο. Η Χωροφυλακή, αδυνατώντας να ελέγξει την κατάσταση, άρχισε να πυροβολεί αδιακρίτως το πλήθος με τραγικό αποτέλεσμα: 12 νεκροί διαδηλωτές και περισσότεροι από 280 τραυματίες.

Η οργή του πλήθους στράφηκε εναντίον της Χωροφυλακής, με αποτέλεσμα ο διοικητής του Γ’ Σώματος Στρατού, αντιστράτηγος Ζέππος, να διατάξει τους χωροφύλακες να κλειστούν στα αστυνομικά τμήματα για να προστατευθούν, την πόλη «κατέλαβε» ο στρατός. Παρά την απαγόρευση των συγκεντρώσεων, οι εργάτες συγκεντρώθηκαν στις οδούς Εγνατίας και Βενιζέλου, όπου ενέκριναν ψήφισμα ζητώντας την παραδειγματική τιμωρία των υπευθύνων της αιματοχυσίας, ιδιαίτερα του διοικητή της Χωροφυλακής Ντάκου.

Στις 10 Μαΐου πραγματοποιήθηκε η κηδεία των θυμάτων. Η κυβέρνηση είχε μεταφέρει στην πόλη στρατιωτικές ενισχύσεις, πυροβολικό και πολεμικά πλοία, φοβούμενη γενικευμένη εξέγερση. Παρ’ όλα αυτά, πάνω από 200.000 άνθρωποι συμμετείχαν στη νεκρική πομπή. Αξίζει να αναφέρουμε ότι στρατιωτικό τμήμα ενώθηκε με τους διαδηλωτές, ενώ αξιωματικός του στρατού απέτισε δημόσια φόρο τιμής στους νεκρούς εργάτες.

Τις επόμενες ημέρες η ένταση άρχισε σταδιακά να υποχωρεί. Η κυβέρνηση, φοβούμενη γενίκευση της εξέγερσης σε πανελλαδικό επίπεδο, αναγκάστηκε να αποδεχτεί σχεδόν όλα τα αιτήματα των καπνεργατών και να δεσμευτεί για τιμωρία των ενόχων. Στις 12 Μαΐου η απεργία έληξε όμως ο Μεταξάς δεν τήρησε τίποτα από τα συμφωνηθέντα.

Μετά τον Μάη

Ο Μάης του 1936 υπήρξε μία από τις σημαντικότερες στιγμές στην ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος. Παράλληλα, όμως, τα γεγονότα αποκάλυψαν και τη βαθιά κρίση του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Η κυβέρνηση Μεταξά έχασε προσωρινά τον έλεγχο της Θεσσαλονίκης, ενώ η Χωροφυλακή εμφανίστηκε απομονωμένη και μισητή από τον λαό. Παρ’ όλα αυτά, τα μεγάλα πολιτικά κόμματα δεν απέσυραν την υποστήριξή τους από την κυβέρνηση Μεταξά. Αντίθετα, οι κυρίαρχοι κύκλοι κατέληξαν οριστικά στην άποψη ότι μόνο μια δικτατορική λύση μπορούσε να αντιμετωπίσει το εργατικό κίνημα και την κοινωνική αναταραχή.

Ο ίδιος ο Μεταξάς επιχείρησε να αποδώσει την ευθύνη των γεγονότων στους κομμουνιστές και στους απεργούς, υποστηρίζοντας ότι αυτοί προκάλεσαν τη βία. Ταυτόχρονα η ανοχή του πολιτικού κόσμου επέτρεψε στον Μεταξά να εδραιώσει τη θέση του. Μόλις τρεις μήνες αργότερα, στις 4 Αυγούστου 1936, επέβαλε δικτατορία με τη στήριξη του βασιλιά και σημαντικών τμημάτων της αστικής τάξης. Το κοινοβούλιο καταργήθηκε, τα κόμματα διαλύθηκαν και ξεκίνησαν διώξεις εναντίον κομμουνιστών, συνδικαλιστών και δημοκρατικών πολιτών. Για την εξέλιξη αυτή η ευθύνη των πολιτικών κομμάτων, προπάντων των Φιλελεύθερων, ήταν τεράστια. Την κρίσιμη στιγμή, όταν φάνηκε πως η κοινωνία αναζητούσε λύση και ερχόταν δυναμικά στο προσκήνιο επέλεξαν τον δρόμο που οδηγούσε στην κατάλυση της δημοκρατίας, μια καθαρά ταξική επιλογή.

«Μέρα Μαγιού μου μίσεψες…»

Τα γεγονότα του Μάη άφησαν επίσης βαθύ πολιτιστικό αποτύπωμα. Φυσικά συνδέθηκαν απόλυτα με τον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου, μια κορυφαία στιγμή της ελληνικής ποίησης και της μουσικής. Αφορμή στάθηκε μια συγκλονιστική φωτογραφία που δημοσιεύτηκε στον «Ριζοσπάστη»: μια μάνα να θρηνεί πάνω από το νεκρό παιδί της, εργάτη που σκοτώθηκε στις διαδηλώσεις. Το όνομα του νεκρού εργάτη ήταν Τάσος Τούσης. Ήταν 25 ετών, αυτοκινητιστής από το Ασβεστοχώρι Θεσσαλονίκης, και σκοτώθηκε στις 9 Μαΐου 1936 από τα πυρά της χωροφυλακής.

Αρχικά δημοσιεύτηκαν τρία άσματα με τον τίτλο «Μοιρολόι» στον «Ριζοσπάστη» τον Μάιο του 1936 και αργότερα εκδόθηκε ολόκληρο το έργο. Ο «Επιτάφιος» μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη το 1958 στο Παρίσι, όπου βρισκόταν τότε ο συνθέτης. Η πρώτη δισκογραφική έκδοση κυκλοφόρησε το 1960 σε δύο διαφορετικές εκτελέσεις: μία πιο «λαϊκή» με τον Γρηγόρης Μπιθικώτση και μπουζούκι τον Μανώλη Χιώτη, και μία πιο «έντεχνη» με τη Νάνα Μούσχουρη. Η εκδοχή με τον Μπιθικώτση θεωρείται ιστορική, γιατί έφερε την ποίηση του Γιάννης Ρίτσου κοντά στο ευρύ λαϊκό κοινό.

Ο «Επιτάφιος» άλλαξε για πάντα το ελληνικό τραγούδι αλλά και τη σχέση του ελληνικού λαού με την ποίηση. Ήταν η απάντηση αυτών που θρήνησαν τον Μάη του 1936. Για δεκαετίες, με αφετηρία τον «Επιτάφιο» ζήσαμε το παράδοξο της πολιτιστικής υπεροχής των «ηττημένων». Σήμερα ζούμε τον θρίαμβο των «νικητών». η «ιστορία ξεσχίζει αρχαία οράματα», για να θυμηθούμε τους στίχους του Κ. Τριπολίτη από το «Ανεμολόγιο». Θα ξαναμπορέσουν άραγε οι άνθρωποι να δουν με τα μάτια του μυαλού «το φως της οικουμένης»;

6b51597465f0c8ed73a30b7865ad6919 L cd22a

(Ο Σπύρος Αλεξίου είναι ιστορικός και συγγραφέας- Το τελευταίο του βιβλίο «Προδομένο Μεσολόγγι» βρίσκεται ήδη στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις «Τόπος»)

#ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ #ΑΠΕΡΓΙΑ #ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ #ΕΡΓΑΤΕΣ

Μετάβαση στην Πηγή

Don't Miss

skylos ioannina

Ιωάννινα: Οργή για άνδρα που κλωτσά σκύλο στη μέση του δρόμου

Ένα ακόμα περιστατικό κακοποίησης ζώου έρχεται στην επιφάνεια, συγκλονίζοντας την κοινή γνώμη.

Αύγουστος και Σεπτέμβριος με αυξημένα τροχαία ατυχήματα στην Ήπειρο

Με τον Σεπτέμβριο να έχει ήδη τρεις νεκρούς από δύο