17 Απρίλη 1897: Ο πόλεμος που θέλουν να ξεχάσουμε!-Γράφει ο Σπύρος Αλεξίου

6de4ec13ae1ab5db95275a0588103c53 L 1
6de4ec13ae1ab5db95275a0588103c53 L 1
17 Απρίλη 1897: Ο πόλεμος που θέλουν να ξεχάσουμε!-Γράφει ο Σπύρος Αλεξίου

Με αφορμή το θέμα της Κρήτης η Ελλάδα είχε ξεκινήσει – ανεπίσημα- επιστράτευση από τον Φλεβάρη του 1897. Αρχιστράτηγος ορίστηκε ο διάδοχος Κωνσταντίνος. Μόνο που δεν πρόλαβε να φτάσει στο στρατηγείο της Λάρισας και η ακραία εθνικιστικη οργάνωση Εθνική Εταιρεία έσπευσε να επιβεβαιώσει τη φράση που ήταν γραμμένη στο ημερολόγιο του μέλους της Ιωάννη Μεταξά: «Την εξωτερική πολιτική τη διευθύνουμε τώρα εμείς».

Μην αναζητήσετε διαγγέλματα πολιτικών, εκδηλώσεις μνήμης και παρελάσεις «αναβίωσης» με performers αστέρες της τηλεόρασης. Η 17η Απριλίου 1897 είναι μια μέρα που το Ελληνικό κράτος και οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του, κάθε απόχρωσης, θα προτιμούσαν να ξεχάσουν. Τα «εθνικά αφηγήματα» σπάνια στέκονται σε ταπεινωτικές ήττες, όπως αυτή που υπέστη τότε η Ελλάδα, ειδικά όταν αυτές οι ήττες συνοδεύονται από πολλά και αναπάντητα «γιατί».

vivlio_alexiou5a_d402f.jpg

«Κάτι σαν πόλεμος»

Το 1897 η Ελλάδα ήταν μια χώρα στα πρόθυρα νευρικής κρίσης. Από τη μια χρεοκοπημένη και ταπεινωμένη, έρμαιο κερδοσκόπων ξένων και «δικών». Από την άλλη σε κρίσεις «εθνικού μεγαλείου», η ιδεολογική ντόπα των «Ολυμπιακών αγώνων» του 1896 κρατούσε. Ο «εκσυγχρονιστής» Χ. Τρικούπης κι ο «λαϊκιστής» Θ. Δηλιγιάννης εναλλάσσονταν στην εξουσία χωρίς σοβαρές αλλαγές στην πολιτική ενώ οι φωνές των κολασμένων του Λαυρίου, των γυναικών από τα κλωστοϋφαντουργεία του Πειραιά ή των αγροτών της Θεσσαλίας δεν έφταναν στην πρωτεύουσα. Αυτή η χώρα, που ο Γ. Σουρής περιέγραψε με τόση ευστοχία, αποφάσισε … να κάνει πόλεμο!
Με αφορμή το θέμα της Κρήτης η Ελλάδα είχε ξεκινήσει – ανεπίσημα- επιστράτευση από τον Φλεβάρη του 1897. Αρχιστράτηγος ορίστηκε ο διάδοχος Κωνσταντίνος. Μόνο που δεν πρόλαβε να φτάσει στο στρατηγείο της Λάρισας και η ακραία εθνικιστικη οργάνωση Εθνική Εταιρεία έσπευσε να επιβεβαιώσει τη φράση που ήταν γραμμένη στο ημερολόγιο του μέλους της Ιωάννη Μεταξά: «Την εξωτερική πολιτική τη διευθύνουμε τώρα εμείς».
Στις 27 Μαρτίου σώμα ατάκτων που είχε συγκροτηθεί από την Εθνική Εταιρεία εισέβαλε στην, Οθωμανική τότε, Μακεδονία. Για τον ακριβή αριθμό οι πηγές είναι αντιφατικές, μεταξύ 2.000 και 4.000 αντρών. Συγκεντρώθηκαν στην Καλαμπάκα, στο χωριό Κονισκός και τα χαράματα της 28ης Μαρτίου εισέβαλαν στο οθωμανικό έδαφος. Περικυκλώθηκαν στην Κρανιά από δυνάμεις του Ετέμ Πασά και στις 31 Μαρτίου η εκστρατεία(;) είχε κατασταλεί. Η αφορμή που ήθελαν οι Οθωμανοί αλλά προπάντων όσοι ξένοι παράγοντες είχαν χάσει από την ελληνική χρεοκοπία του 1893 είχε δοθεί.

vivlio_alexiou4a_bd115.jpg

Από την αρχή η ελληνική κυβέρνηση διαχώρισε – τυπικά – τη θέση της, κατηγορώντας τους Οθωμανούς για «ανικανότητα στη φύλαξη των συνόρων»! Πέρα από τέτοιες αστείες δηλώσεις προκύπτουν ερωτήματα: Οπλίστηκαν 3.000 άτακτοι, οργανώθηκαν, συγκεντρώθηκαν στην παραμεθόριο, εισέβαλαν σε άλλη χώρα… και όλα αυτά συνέβησαν εν αγνοία του ελληνικού κράτους; Είναι προφανές πως η Εθνική Εταιρεία λειτουργούσε όχι μόνο ως κράτος εν κράτει αλλά σε συνεννόηση με την ελληνική κυβέρνηση.

Στις 17 Απριλίου 1897 η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατηγόρησε την Ελλάδα για κατάληψη υψωμάτων στις περιοχές Ανάληψη και Παδίκα και το σουλτανικό υπουργικό συμβούλιο διέταξε τον στρατό να περάσει στην επίθεση. Το ίδιο βράδυ ο υπουργός Εξωτερικών Τουρχάν Πασάς επέδωσε στον Έλληνα πρέσβη Νικόλαο Μαυροκορδάτο διακοίνωση διακοπής των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Ο πόλεμος έγινε δεκτός με πανηγυρισμούς στην Αθήνα, όλοι ήταν σίγουροι για τη νίκη. Από πού πρόκυπτε αυτή η σιγουριά; Μα, από την εθνικιστική τύφλωση.

Οι οθωμανικές δυνάμεις δεν συνάντησαν αντίσταση από τον ελληνικό στρατό, από τις πρώτες δύο μέρες τον έτρεψαν σε φυγή εισβάλοντας από τη διάβαση της Μελούνας. Η αντίσταση του σώματος που διοικούσε ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Σμολένσκη στο Βελεστίνο ήταν εξαίρεση. Στις 27 Απριλίου κατελήφθη η Λάρισα και στις 6 Μαΐου διασπάστηκε η αμυντική γραμμή των Ελλήνων στον Δομοκό.
Η κυβέρνηση Δηλιγιάννη κατέρρευσε, πλήθη ξεχύθηκαν στους δρόμους στρεφόμενα κατά πάντων. Ο βασιλιάς Γεώργιος και ο νέος πρωθυπουργός Ράλλης κατέβαλαν απεγνωσμένες προσπάθειες ώστε να επιτύχουν την παρέμβαση των μεγάλων Δυνάμεων. Ο σουλτάνος διέταξε στις 20 Μαΐου κατάπαυση του πυρός έπειτα από παρέμβαση τους. Άλλωστε, από την αρχή του πολέμου, είχαν ξεκαθαρίσει πως καμιά πλευρά δεν θα είχε εδαφικά οφέλη. Ο Οθωμανικός στρατός έκανε περίπατο, επιδιώκοντας τα μέγιστα οικονομικά οφέλη.

vivlio_alexiou3a_f5e48.jpg

Η συνθηκολόγηση υπογράφηκε στις 20 Σεπτεμβρίου. Η Ελλάδα αναγκάστηκε να παραχωρήσει ένα μικρό κομμάτι της Θεσσαλίας και να πληρώσει βαρύτατες πολεμικές αποζημιώσεις, ύψους 92.000.000 δραχμών. Τα ποσά για τις αποζημιώσεις εξασφαλίστηκαν μέσα από επαχθέστατους δανεισμούς και η Ελλάδα υποχρεώθηκε να υπαχθεί σε Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο (ΔΟΕ), να εκχωρήσει στην Επιτροπή τα μονοπώλια άλατος, πετρελαίου, σπίρτων, παιγνιοχάρτων, τσιγαρόχαρτου, ναξίας σμύριδος, τον φόρο κατανάλωσης καπνού, τα τέλη χαρτοσήμου και τους δασμούς του τελωνείου Πειραιώς, του μεγαλύτερου λιμανιού της χώρας. Η εκχώρηση διήρκεσε ογδόντα ένα χρόνια, μέχρι το 1978!

Για την επίσημη ιστορία, η επιβολή ΔΟΕ αποτέλεσε… ευλογία! Οι Έλληνες μαθητές της Γ΄ Λυκείου μαθαίνουν:

Η διεθνής επιτροπή, που ξεκίνησε τη λειτουργία της το 1898, αντιμετώπισε τις τρέχουσες ανάγκες με ένα μεγάλο δάνειο, που χορηγήθηκε με την εγγύηση των δυνάμεων. Στη συνέχεια, εκτός από το βασικό της ρόλο, δηλαδή την εξασφάλιση της αποπληρωμής των δανείων, λειτούργησε επιπρόσθετα ως τεχνικό συμβουλευτικό σώμα, συμβάλλοντας γενικότερα στη βελτίωση των επιδόσεων της ελληνικής οικονομίας. Τα αποτελέσματα ήταν θετικά και έγιναν ορατά λίγα χρόνια αργότερα.
Ευτυχώς που εκχώρησε η Ελλάδα τον πλούτο της και την κυριαρχία της και σώθηκε (!!!).

«Ατυχήσαμεν»…

Έχουν δοθεί πολλοί χαρακτηρισμοί σε αυτόν τον πόλεμο, τον χαρακτήρισαν «αδικαιολόγητο», «ψευτοπόλεμο» κ.λπ. Ο πιο συνηθισμένος είναι «ατυχής», χαρακτηρισμός που μόνο οργή προκαλεί. Ο Βασίλης Ραφαηλίδης γράφει, με το γνωστό σκωπτικό ύφος του, πως «οι Τούρκοι κρατούσαν την κοιλιά τους από τα γέλια» με την κατάντια του ελληνικού στρατού. Είναι κοντά στην πραγματικότητα αυτό το σχόλιο, η μόνη διαφορά είναι πως δεν μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε σαν αστείο, διότι πόλεμος έγινε! Και στον πόλεμο σκοτώνονται άνθρωποι. Έτσι και σε αυτήν την περίπτωση σκοτώθηκαν, σύμφωνα με την ελληνική πλευρά, 3.748 Έλληνες και 4.456 Τούρκοι. Τα νούμερα προκαλούν απορία με βάση την εικόνα των επιχειρήσεων, μοιάζουν να «διαμορφώθηκαν» ώστε να διασωθεί κάτι από το κουρελιασμένο γόητρο του ελληνικού στρατού.

Η ουσία είναι πως χάθηκαν χιλιάδες άνθρωποι. Και αν πρέπει να δεχτούμε έναν χαρακτηρισμό, αυτός είναι ο «παράλογος». Όχι γιατί υπάρχει «λογικός» πόλεμος, αλλά γιατί ακόμη και όσοι συνεχίζουν με τον πόλεμο την πολιτική τους, για να θυμηθούμε και τον Κλαούζεβιτς, τουλάχιστον τυπικά ευελπιστούν να νικήσουν. Εδώ έχουμε μια σπάνια περίπτωση που πολιτική ηγεσία προχωράει σε πόλεμο έχοντας επίγνωση πως δεν μπορεί να νικήσει. Τα στοιχεία είναι αμείλικτα, αρχικά υπάρχουν οι αριθμοί: ο ελληνικός στρατός διέθετε 40.000 πεζούς, 700 ιππείς και 100 πυροβόλα στη Θεσσαλία και 20.000 πεζούς και 40 πυροβόλα στην Ήπειρο. Οι τουρκικές δυνάμεις αριθμούσαν αντίστοιχα στη Θεσσαλία 65.000 πεζούς, 1.300 ιππείς και 215 πυροβόλα και στην Ήπειρο 30.000 πεζούς και 20 πυροβόλα.

Ας δεχτούμε πως οι αριθμοί δεν έχουν σημασία, καθώς «η ψυχή των Ελλήνων» κ.λπ., κι ας δούμε την κατάσταση των στρατευμάτων. Ο τουρκικός στρατός ήταν οργανωμένος από τους Γερμανούς στρατιωτικούς, διέθεταν τα καινούργια επαναληπτικά γερμανικά τυφέκια και πυροβόλα της Krupp, με πολύ μεγαλύτερο βεληνεκές, στα οποία είχαν εκπαιδευτεί από τους Γερμανούς. Οι Έλληνες διέθεταν τα απαρχαιωμένα γαλλικά τυφέκια Gras, τους πατροπαράδοτους «γκράδες», ένα αργό, οπισθογεμές όπλο με φυσίγγια του 1866! Το ιππικό δεν διέθετε άλογα, οι αξιωματικοί του πυροβολικού δεν είχαν εξοικειωθεί με τα νέα πυροβόλα, δεν είχαν εκπαιδευτεί. Από τους 85.000 έφεδρους που παρουσιάστηκαν μόλις 22.000 κατόρθωσαν έστω να ντυθούν στρατιώτες.

Είναι χαρακτηριστικές οι εκτιμήσεις του στρατηγού Θ. Πάγκαλου, του μετέπειτα δικτάτορα, στα Απομνημονεύματά του:

Η κατάστασις του στρατού μας ήτο οικτρά υφ’ όλας τας απόψεις. Τα στελέχη του πεζικού, εκτός ολίγων υπολοχαγών και ανθυπολοχαγών των Σχολών Ευελπίδων και υπαξιωματικών, ήσαν τελείως αμαθή και ανίκανα. […] Το πεζικόν, η «βασίλισσα της μάχης», εθεωρείτο όπλον δευτερεύον εις το περίεργον αυτό κράτος… Όμοια προς την του πεζικού και έτι χειροτέρα ήτο η κατάστασις των στελεχών του ιππικού. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, διέπρεπον εν αυτώ οι κρασοπατέρες με τις κυρτές πάλες και τους φθηνούς παλικαρισμούς των καφωδείων […].

vivlio_alexiou2a_6f9eb.jpg

Ο Κ. Ασπρέας αναφέρει:

Αλλά και του συγκεντρωθέντος στρατού η εκπαίδευσις ήτο ελλιπής. Το πυροβολικόν [..] ουδόλως δε είχεν εκγυμνασθή και μέρος των πυροβολητών δεν είχον ασκηθή ουδ’ άπαξ εις πεδία βολής. Το ιππικόν επίσης εστερείτο ίππων και πλέον του ημίσεως της δυνάμεως των ανδρών αυτού είχε σχηματίσει ανίππους ίλας. Το πεζικόν δεν είχεν εκγυμνασθή εις κινήσεις και ελιγμούς μεγάλων όγκων, οι δε ανώτεροι βαθμοφόροι του σώματος τούτου εστερούντο κατά μέγα μέρος και επιστημονικής μορφώσεως, και πείρας μαχητικής διοικήσεως μικτών σωμάτων.

Υπήρχε ένας τομέας με σαφή υπεροχή των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων και αυτός ήταν το ναυτικό. Η οθωμανική διοίκηση απέφυγε κάθε σύγκρουση στη θάλασσα και η ανικανότητα του ελληνικού επιτελείου, η έλλειψη οποιουδήποτε σχεδιασμού είχαν ως αποτέλεσμα να μείνει ανενεργό. Γράφει σχετικά ο Πάγκαλος:

Άμα τη ενάρξει των εχθροπραξιών το κύριον τμήμα του στόλου, αποτελούμενον εκ των θωρηκτών «Σπέτσαι» και «Ύδρα», των τριών ατμομυοδρομικών και τινών τορπιλοβόλων, μετά τινάς περιπολίας ανά τον Θερμαϊκόν κόλπον εναυλόχει διαρκώς σχεδόν εις τας Σποράδας ένθα οι δύται του ησχολούντο εις το ψάρεμα αστακών διά τας τραπέζας των επιτελείων.

Η τραγική κατάσταση του ελληνικού στρατού δεν ήταν μυστικό, την ήξεραν φίλοι και εχθροί. Το είχε εκφράσει με σαφή τρόπο στη Βουλή ο Χ. Τρικούπης με την περίφημη φράση του «Δεν έχομεν στρατόν. Ο ελληνικός στρατός της σήμερον είναι αγέλη». Την καλύτερη απόδειξη την παρέχει ο βασιλιάς Γεώργιος: με επιστολή-εντολή προς τον πρωθυπουργό Δηλιγιάννη, την οποία δημοσίευσε σε ΦΕΚ (!), στις 22 Νοεμβρίου 1896: απαιτούσε πρόσκληση εφεδρειών στον στρατό προκειμένου η αξιόμαχη δύναμη αυτού να συμπληρώνει τους 10.000-12.000 άντρες, τη δημιουργία μεγάλου στρατοπέδου μεταγωγών καθώς και επείγουσες εκτελέσεις γυμνασίων των κυριότερων σχηματισμών. Πράξη πρωτοφανής, που εξυπηρετούσε τις σκοπιμότητες του Γεώργιου, αλλά ταυτόχρονα έδειχνε πως γνώριζε την αξιοθρήνητη κατάσταση του στρατού.

Αφού ήξεραν, λοιπόν… γιατί;

Δεν υπάρχει μία απάντηση, υπάρχει ένα μεγάλο φάσμα από εξηγήσεις. Ας σταθούμε στην πολιτική: μια κοινωνία χωρίς πολιτική εμπειρία και με χαμηλό επίπεδο μόρφωσης κυριαρχούνταν από μια Μεγάλη Ιδέα: ένα ένδοξο παρελθόν, που «πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας θα ’ναι» και θα αποτελέσει τη μεσσιανική λύση, θα εξαφανίσει τις παθογένειες του νεότευκτου κράτους. Στο διάστημα αυτό, από το 1844, ο κόσμος άλλαξε: άλλαξαν τα σύνορα, γεννήθηκαν νέα κράτη, η εργατική τάξη ήρθε δυναμικά στο προσκήνιο. Παράλληλα εμφανίστηκαν νέες ιδέες.

Αν αναρωτηθούμε τι από όλα αυτά έφτασε στην Ελλάδα. Ηρωικοί αλλά αποκομμένοι κοινωνικοί αγώνες στο Λαύριο ή στη Σύρο ή στη Θεσσαλία δεν συγκροτούσαν ούτε κοινωνικά ούτε ιδεολογικά αντίπαλον δέος. Η Μεγάλη Ιδέα φάνταζε ιδεολόγημα ηθικά δίκαιο και κοινωνικά αναγκαίο. Ήταν αποδεκτή, στις διάφορες εκδοχές της σχεδόν από το σύνολο της κοινωνίας. Η κριτική γινόταν για το εύρος των διεκδικήσεων και τον ρεαλισμό της. Δεν είναι τυχαίο πως φωτεινά μυαλά, σπουδαίοι πνευματικοί άνθρωποι όπως ο Κ. Παλάμάς ή ο Γ. Ξενόπουλος βρέθηκαν αρχικά στις γραμμές μιας έξαλλης εθνικιστικής και τυχοδιωκτικής οργάνωσης όπως η Εθνική Εταιρεία.
Υπάρχει και μια άλλη παράμετρος: η πιο ακραία τυχοδιωκτική έκφραση της Μεγάλης Ιδέας, ο πόλεμος του 1897, εκδηλώθηκε σε μια εποχή βαθιάς παρακμής. Δεν είχαμε την επιθετική κίνηση μιας χώρας που νιώθει ισχυρή, όπως συνέβη το 1912 – 13. Από αυτό προκύπτει ακόμη ένα συμπέρασμα: η περίφημη φράση του Σάμιουελ Τζόνσον πως «ο πατριωτισμός (σ.σ. με την έννοια του εθνικισμού) είναι το τελευταίο καταφύγιο ενός καθάρματος» είναι η μία πλευρά. Ο εθνικισμός γίνεται συχνά το τελευταίο καταφύγιο μιας κοινωνίας σε παρακμή, όταν δεν υπάρχει άλλη αχτίδα φωτός.

Σε αυτό πλαίσιο πρέπει να δούμε τις ευθύνες της πολιτικής ηγεσίας. Χωρίς ουσιαστικό πρόγραμμα, εκφραστές κυρίως μερίδων της άρχουσας τάξης. Καθοριστική και η παρουσία των «ομογενών επιχειρηματιών», των «Συγγρών» και των «Αβέρωφ» που επιδίδονταν σε χρηματιστηριακές κομπίνες ή επιδίωκαν να μεταφέρουν στην Ελλάδα τις δραστηριότητές τους, μιας και διέβλεπαν τις θύελλες που έρχονταν στις παροικίες που έδρευαν. Αυτή η ηγεσία, η οποία αγόταν και φερόταν από συμφέροντα ή την «κοινή γνώμη» που διαμορφωνόταν συγκυριακά, πήρε τις αποφάσεις που οδήγησαν στο 1897 με κριτήριο την πολιτική της επιβίωση. Και δεν υπάρχουν «αθώοι»! Οι ρόλοι εναλλάσσονταν ανάλογα με τη θέση στην κυβέρνηση ή στην αντιπολίτευση.

Υπάρχουν, φυσικά, και άλλες παράμετροι που σχετίζονται κυρίως με τη στάση του Παλατιού: η επιβολή του ΔΟΕ αποτελούσε στόχο ξένων οικονομικών κύκλων, κυρίως των Γερμανών ομολογιούχων, οι οποίοι είχαν χάσει από την ελληνική χρεοκοπία του 1893. Γράφει ο Τάσος Βουρνάς:

Όλοι οι Έλληνες και ξένοι ιστορικοί που μελέτησαν τον 19ο νεοελληνικό αιώνα εκφράζουν σαφώς και κατηγορηματικώς την υποψία ότι η πολεμική φάρσα του 1897 υπήρξε ένα κολοσσιαίας έκτασης χρηματιστηριακό κόλπο που υποκινήθηκε από τους ξένους χρηματιστηριακούς κύκλους, προκειμένου να επιτευχθεί ο διεθνής έλεγχος στα δημοσιονομικά της Ελλάδας.

Στο βιβλίο του The Eastern Crisis of 1897 and British Policy in the Near East ο Τζορτζ Χ. Πέρις προχωρά περισσότερο:

Ο πόλεμος του 1897 ήτο ένας ψευτοπόλεμος, ένας εικονικός διπλωματικός πόλεμος, επινοηθείς εις το Φρέντεσμποργκ (πόλη της Δανίας με μια εκ των κύριων κατοικιών της βασιλικής οικογένειας), το καλοκαίρι του 1896, μεταξύ των εστεμμένων διά να επιβληθή ο διεθνής οικονομικός έλεγχος επί των οικονομικών της Ελλάδος, τον οποίον δεν ετόλμα να δεχθή ούτε ο βασιλεύς ούτε καμία κυβέρνησις και Βουλή, διότι απετέλει περικοπήν της ανεξαρτησίας του κράτους. […]

Δεν είναι εύκολο να επιβεβαιωθούν οι διαδικασίες που προηγήθηκαν. Σε κάθε περίπτωση το 1897 είναι τόσο «παράλογο», είναι τόσο εξωφρενικές οι επιλογές που οδήγησαν σε αυτό, ώστε οι λογικές πολιτικές εξηγήσεις δεν αρκούν. Το σίγουρο είναι πως δεν θα μπορούσαν να καρποφορήσουν χωρίς την εθνικιστική τύφλωση, καρπού και της εξαθλίωσης στην οποία είχε οδηγηθεί ο ελληνικός λαός μέσω της εκμετάλλευσης, των χρηματιστηριακών σκανδάλων και εν τέλει της χρεοκοπίας. Κι όλα αυτά ενώ πλησιάζαμε ταχύτατα στον «Μεγάλο Πόλεμο» του 1914. Είναι αναπόφευκτοι οι συνειρμοί με το σήμερα…

vivlio_alexiou1a_6b7d2.jpg

(Τα ιστορικά στοιχεία προέρχονται από το βιβλίο του Σπύρου Αλεξίου «Μεγάλη Ιδέα 1844 -1922», εκδ. ΤΟΠΟΣ)

#ΠΟΛΕΜΟΣ #ΣΠΥΡΟΣ_ΑΛΕΞΙΟΥ #ΜΕΤΑΞΑΣ

Μετάβαση στην Πηγή

Don't Miss