Ρήξη με τους συμμάχους: Ο Τραμπ γυρίζει την πλάτη στην παγκόσμια κλιματική ατζέντα

Σε μια κίνηση που προκαλεί παγκόσμιο σεισμό και αναδιατάσσει τις διεθνείς γεωπολιτικές ισορροπίες, ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έκανε πράξη τις προεκλογικές του δεσμεύσεις, αποσύροντας τις Ηνωμένες Πολιτείες από τη Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα την πρώτη κιόλας ημέρα της νέας του θητείας. Η απόφαση αυτή, που ανακοινώθηκε το βράδυ της Τετάρτης, καθιστά τις ΗΠΑ τη μοναδική χώρα παγκοσμίως που αποχωρεί από τη διεθνή συνθήκη για δεύτερη φορά, σηματοδοτώντας μια ριζική στροφή στην αμερικανική εξωτερική πολιτική.
Το σχετικό υπόμνημα του Λευκού Οίκου ξεκαθαρίζει ότι η Ουάσιγκτον παύει να συμμετέχει στη Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (UNFCCC), μια ιστορική συμφωνία που είχε επικυρωθεί από το Κογκρέσο το 1992 επί προεδρίας Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου. Παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη σύμβαση δεν επέβαλε δεσμευτικές μειώσεις στη χρήση ορυκτών καυσίμων, η αποχώρηση των ΗΠΑ θεωρείται πλήγμα για τη σταθεροποίηση των παγκόσμιων εκπομπών ρύπων και αναμένεται να πυροδοτήσει έντονες αντιδράσεις από παραδοσιακούς συμμάχους που θέτουν την πράσινη ατζέντα σε προτεραιότητα.
Η απομόνωση των ΗΠΑ από το διεθνές στερέωμα δεν περιορίζεται μόνο στο κλίμα, καθώς ο Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα για την αποχώρηση της χώρας από συνολικά 66 διεθνείς οργανισμούς, εκ των οποίων οι 31 υπάγονται απευθείας στον ΟΗΕ. Με το δόγμα «Πρώτα η Αμερική» να αποτελεί τον κεντρικό πυλώνα της στρατηγικής του, ο Ρεπουμπλικάνος πρόεδρος διέκοψε εκ νέου τους δεσμούς με την UNESCO και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), ακυρώνοντας τις πρωτοβουλίες της κυβέρνησης Μπάιντεν για επιστροφή στην πολυμέρεια.
Οι επιπτώσεις αυτής της απόφασης είναι ήδη ορατές στον οικονομικό τομέα, καθώς η δραστική μείωση της αμερικανικής οικονομικής βοήθειας προς το εξωτερικό έχει οδηγήσει σε «ακρωτηριασμό» κρίσιμων υπηρεσιών του ΟΗΕ. Το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα και η Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες βρίσκονται πλέον αντιμέτωποι με σοβαρά ελλείμματα στους προϋπολογισμούς τους, αναγκάζοντας τους διεθνείς θεσμούς να περιορίσουν το ανθρωπιστικό τους έργο παγκοσμίως.

