Αριστοτέλης Αναστασίου Δήμας, ο σπουδαίος Καστριώτης αυτοδίδακτος ξυλογλύπτης.

Με τον θείο μου, πρώτο εξάδελφο της μητέρας μου (δυο αδελφάδων παιδιά), μας συνέδεε βαθιά αγάπη από τα παιδικά μου χρόνια. Εκτιμούσα από μικρό κορίτσι τη σπιρτάδα του πνεύματός του, την μεγάλη αγάπη του για τα γράμματα που ο ίδιος δεν σπούδασε σε εκείνα τα δύσκολα χρόνια του πολέμου και της φτώχειας και τις γνώσεις του, και από βιωματική εμπειρία, για την Ιστορία του τόπου μας.

Ο Αριστοτέλης, ο μπάρμπα Τέλης για εκείνους που τον γνώριζαν, παρόλο που έζησε όλη τη ζωή του σε ένα μικρό χωριό, δεν φυλάκισε τους ορίζοντες της σκέψης του και το καλλιτεχνικό μεράκι του στα στενά όρια της περιοχής μας. Έβλεπε πάντα μπροστά και πάνω από τα βουνά που μας περικλείουν με ανοιχτό μυαλό και καρδιά γεμάτη.

Είχε την δύναμη να ονειρεύεται όχι μόνο για τον εαυτό του και τα παιδιά του, αλλά και για τον τόπο και τους ανθρώπους του, όνειρα τα οποία καμία κλειστή κοινωνία, καμία έλλειψη μόρφωσης και καμία προκατάληψη, από εκείνες που ακόμη μαστίζουν τον τόπο μας, δεν στάθηκαν ικανές να του συνθλίψουν.

Αν και ολιγογράμματος, όπως όλοι οι συνομήλικοί του, δύο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τον ξεχώριζαν.
Το ένα, η μεγάλη αγάπη και το ενδιαφέρον του για την Ιστορία του τόπου μας και τον αρχαιολογικό χώρο του χωριού μας.

Και απόδειξη αυτής του της αγάπης υπήρξε το γεγονός ότι σε νεαρή ακόμη ηλικία δεν έχασε την ευκαιρία να συζητά με τον καθηγητή Σωτήρη Δάκαρη, στις επισκέψεις του στο χωριό μας, κατά τη διάρκεια των ανασκαφών στο Νεκρομαντείο, και να ενημερώνεται για την πορεία τους, ακούγοντας με μεγάλο ενδιαφέρον τις εκτιμήσεις του καθηγητή και για τα δικά μας πολυγωνικά τείχη που δέσποζαν στο χωριό μας και για την πόλη που βρίσκεται θαμμένη στον λόφο μας.

Με περηφάνια δε, όπως μου εξομολογήθηκε, του έδινε και ο ίδιος τις δικές του πληροφορίες για τις «πύλες» και τα καίρια σημεία μελλοντικής ανασκαφής, που ο ίδιος από μικρό παιδί και βήμα βήμα είχε ανακαλύψει.

Και το δεύτερο που ξεχώριζε τον μπάρμπα Τέλη στην μικρή κοινωνία του χωριού μας και που ελάχιστοι καταλάβαιναν την αξία του, ήταν το πάθος του για την ξυλογλυπτική.

Με το σουγιαδάκι του αρχικά και σιγά σιγά με τα εργαλεία που με το δικό του μεράκι αγόρασε από το υστέρημά του, σκάλιζε πάνω στο ξύλο μορφές, συνήθως, αλλά και όσα του κεντούσαν την ψυχή και το ταξιδιάρικο μυαλό του.

Ζητούσε μία φωτογραφία ή το ίδιο το άτομο, του οποίου επιθυμούσε να σκαλίσει τη μορφή, και με το μοναδικό μεράκι και το έμφυτο ταλέντο του έδινε ζωή πάνω στο άψυχο ξύλο.
Ιστορικές μορφές ζωντάνεψαν από τα μαγικά του χέρια μέσα από τις σελίδες των βιβλίων, αλλά και απλοί άνθρωποι του χωριού μας είχαν την τύχη να δουν το πρόσωπό τους σκαλισμένο με θαυμαστή ομοιότητα σε ένα απλό κομμάτι ξύλου.

Και κοιτώντας αυτά τα μοναδικής τέχνης έργα του, με το ταλέντο του μοναδικό αρωγό του, αφού ήταν αυτοδίδακτος, ο καθένας αντιλαμβάνεται τι θα είχαν δημιουργήσει τα χέρια του, αν σπούδαζε αυτό του το μεράκι, αν τα μάθαινε αυτά τα γράμματα, που τόσο πολύ λαχταρούσε.

Έφυγε πλήρης ημερών και άφησε πίσω του παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα και αυτά τα αξιοθαύμαστα έργα τέχνης, για να μας τον θυμίζουν και να αποδεικνύουν πως το ταλέντο είναι έμφυτο και δώρο που χαρίζεται σε εκείνους που γνωρίζουν να το αξιοποιούν με μυαλό και ψυχή γεμάτα ευγνωμοσύνη.

 

 

Αλίκη Νάσση

Φιλόλογος-Συγγραφέας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *