Διπλωματικό θρίλερ στην Αθήνα: Η Αλβανία επαναφέρει το ζήτημα των περιουσιών των Τσάμηδων

Σε ένα ιδιαίτερα φορτισμένο διπλωματικό σκηνικό εξελίχθηκε η πρώτη επίσημη επίσκεψη της Αλβανίδας Υπουργού Εξωτερικών στην Αθήνα, καθώς η ίδια επέλεξε να επαναφέρει στο προσκήνιο ζητήματα με βαρύ ιστορικό και πολιτικό φορτίο. Ενώπιον του Έλληνα ομολόγου του, Γιώργου Γεραπετρίτη, η επικεφαλής της αλβανικής διπλωματίας έθεσε με έμμεσο αλλά σαφή τρόπο το θέμα των περιουσιών των Τσάμηδων, κάνοντας λόγο για «ιστορικές και περιουσιακές πτυχές των Αλβανών πολιτών στην Ελλάδα».
Η κίνηση αυτή, που συνοδεύτηκε από το αίτημα για άρση του εμπολέμου και την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών, προκάλεσε αίσθηση, κυρίως λόγω της επιθετικής τακτικής των Τιράνων που επεδίωξαν να παρουσιάσουν τις διεκδικήσεις τους ως «ρεαλιστικές και αναγκαίες» στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού πνεύματος και της συνεργασίας στο ΝΑΤΟ. Παρά την κρισιμότητα των αναφορών αυτών, η ελληνική πλευρά επέλεξε να κινηθεί σε ασυνήθιστα χαμηλούς τόνους, με τον κ. Γεραπετρίτη να αποφεύγει οποιαδήποτε δημόσια τοποθέτηση ή αποστομωτική απάντηση επί των συγκεκριμένων θεμάτων, εστιάζοντας αποκλειστικά στη «θετική ατζέντα» και τη μακροχρόνια φιλία των δύο λαών.
Η στάση αυτή του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών γεννά εύλογα ερωτήματα, καθώς για πρώτη φορά μετά από τρεις δεκαετίες, προκλήσεις τέτοιου βεληνεκούς μένουν αναπάντητες σε επίσημο επίπεδο εντός της ελληνικής πρωτεύουσας. Ενώ η Αλβανίδα Υπουργός πίεζε για σταδιακή προσέγγιση των περιουσιακών ζητημάτων, η Αθήνα περιορίστηκε στην υπογράμμιση της σημασίας της ελληνικής μειονότητας ως γέφυρας επικοινωνίας και στην ανάγκη τήρησης των υποχρεώσεων της Αλβανίας στα ζητήματα του κτηματολογίου.
Παρόλο που οι δύο πλευρές συμφώνησαν στην ενίσχυση της συνεργασίας σε τομείς όπως η ενέργεια, ο τουρισμός και οι επενδύσεις, η αλβανική επιμονή στην ανάδειξη των «ιστορικών εκκρεμοτήτων» δείχνει ότι τα Τίρανα σκοπεύουν να αξιοποιήσουν την ενταξιακή τους πορεία στην ΕΕ για να κερδίσουν έδαφος σε πάγια αιτήματά τους. Η επιλογή της ελληνικής διπλωματίας να μην αντιπαρατεθεί δημόσια στις αιτιάσεις της γείτονος, ακόμη και μετά από σχετική προετοιμασία της συνάντησης, αφήνει ένα κενό ενημέρωσης και δημιουργεί προβληματισμό για το αν αυτή η τακτική αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου σχεδιασμού ή μια υποχωρητική σιωπή απέναντι σε μια ολοένα και πιο διεκδικητική αλβανική εξωτερική πολιτική.

