Ζαχαριάς, το πρωτοπαλίκαρο του Φώτου Τζαβέλα από το Τσαγκάρι

Εκτός από τις ένδοξες φάρες των αετών του Σουλίου μας, οι οποίες κατοικούσαν μέσα στο Σούλι και στο Τετραχώρι, υπήρξαν και φάρες που κατοικούσαν στο Επταχώρι και τα Παρασουλιώτικα χωριά, όπως η φάρα των Σμπονιάτων (Σμπόνια) από την Κορυφούλα (Νιαγκάτες) με το πολυπληθές γένος τους, όπως αναφέρει ο Ι. Λαμπρίδης, η φάρα των Ζαχαριάδων από το Τσαγκάρι κά, οι οποίες συνεργαζόταν σε κάθε μάχη με τους Σουλιώτες και τους ακολούθησαν και στο Μεσολόγγι και στη Στερεά Ελλάδα, μαζί και με άλλους από την περιοχή μας. Ο Σμπόνιας ο Γιώργος λχ πολεμούσε στο Μεσολόγγι στην ίδια τάπια με τον καπετάνιο της Κρανιάς Φώτο Μπόμπορη…
Ο Ζαχαριάς ήταν το πρωτοπαλίκαρο του Φώτου Τζαβέλα και μαζί του είχε πάντα, πιστή σκιά του, τον αδελφό του Δόση Ζαχαριά. Ο πρώτος ήταν ψηλός, ο δεύτερος κοντός.
Ο Φώτος είχε ένα σύστημα στον πόλεμο.
Κάθε φορά που γινόταν μάχη πήγαινε και καθόταν σε μία μεριά και παρατηρούσε. Ο Ζαχαριάς πήγαινε κι εκείνος σε άλλο σημείο και περίμενε. Ο Φώτος, όταν έκρινε ότι χρειαζόταν να στείλει βοήθεια σε κάποιο σημείο στη μάχη, φώναζε: «Ζαχαριάααα! Μωρέ Ζαχαριά! Το αντέτι*, μωρέ!
Μόλις άκουγε αυτή τη φωνή ο Ζαχαριάς, ορμούσε σαν αστροπελέκι στη μάχη, με το σπαθί στο ένα χέρι και την πιστόλα στο άλλο και ακολουθούσε ο αδελφός του ο Δόσης.
Οι Τούρκοι ακούγοντας αυτή τη φωνή του Φώτου, έτρεχαν να γλιτώσουν από τα δύο αδέλφια. Ήταν παράξενο πώς δεν τους σκότωναν, αφού επιτίθεντο στα σημεία, όπου είχε τους περισσότερους Τούρκους. Αντίθετα ο τόπος γύρω τους γέμιζε σκοτωμένους. Τέτοια παλικάρια ήταν.
Οι Ζαχαριάδες, ακολουθώντας το ζακόνι των Σουλιωτών “με το όπλο μου κλέβω κι αρπάζω” έβγαιναν πολλές φορές στα γειτονικά χωριά και έκλεβαν Τούρκους και χριστιανούς.
Οι Σουλιώτες, εκτιμούσαν τους Ζαχαριάδες, αλλά, όταν οι ληστείες τους είχαν γίνει πια μάστιγα στα χωριά, αποφάσισαν να τους χαλάσουν και να λευτερώσουν τα χωριά από τα βάσανά τους.
Ξεκίνησαν λοιπόν Τσαγκαριώτες και Σουλιώτες μαζί, με αρχηγό τον Δήμο Δράκο. Πλησίασε ο Δήμο Δράκος στη μεγάλη κούλια* σαν κάστρο, όπου ήταν κλεισμένοι και λένε ότι υπόγεια έβγαζε σπίτι τους, και κρύφτηκε πίσω από ένα δένδρο να παραμονεύσει.
Δεν πέρασε πολλή ώρα, όταν ακούει ξαφνικά τη φωνή του Ζαχαριά να του φωνάζει:
«Μωρέ Δήμο Δράκο, το καλύτερο μουνουχάρι* σ’ έχω, μόνε τραβήξου!»
Τι να κάνει ο Δράκος, τον είχε δει και θα τον σκότωνε, αν δεν τον υπάκουγε. Περισσότερο όμως φοβήθηκε για τους συντρόφους του που θα τους σκότωναν όλους. Γύρισε πίσω και είπε:
«Ας τους αφήσουμε, τίποτε δεν κάνουμε, και ας τους χαλάσει εκείνος που θα πάνε στο σπίτι του να τον κλέψουν»…

αντέτι=συνηθισμένο, αυτό που κάνουμε πάντα
κούλια=κατοικία οχυρωματική καπεταναίων ή αγάδων, οχυρός πύργος-πυργόσπιτο με πολεμίστρες
μουνουχάρι=κριάρι ή τράγος ευνουχισμένο

(Σ.τ.σ Οι πηγές και περισσότερα στοιχεία για τους Ζαχαριάδες στο βιβλίο “Στοιχεία Τοπική Ιστορίας”)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *